Ο θάνατος στις φυλακές, Κείμενο του Τάσου Θεοφίλου

Το κείμενο που θα διαβάσετε αναρτήθηκε χθες από τον Τάσο Θεοφίλου στο facebook

Κάπου στα τέλη του 2014 νομίζω, μετά από κάναν μήνα στον Κορυδαλλό που ‘χα πάει για
κάποια δικαστική υποχρέωση, επέστρεψα πάλι στο Δομοκό. Ανάμεσα στα νέα της πτέρυγας ήταν και ο αιφνίδιος, αν κι όχι αναπάντεχος, θάνατος του Μανούσου από έμφραγμα. Είχε φάει, κατά το συνήθειο του, όλο το περίσσευμα του συσσιτίου και αυτή τη φορά η καρδιά του δεν άντεξε, όχι.

Κοντός, χοντρός, με μαρξική κόμη και γενειάδα, πέρασε κάτι παραπάνω από τα μισά των εξήντα χρόνων της ηλικίας του στη φυλακή. Εκκρεμούσε η τρίτη του προσπάθεια για αποφυλάκιση αφού του είχαν ήδη απορρίψει δυο φορές την αίτηση για υφ’ όρων απόλυση τον τελευταίο μισό χρόνο. Δεν σωφρονίστηκε επαρκώς έκριναν οι αρμόδιοι, πέθανε στη φυλακή.

Ο Αλκιβιάδης τώρα έμεινε χωρίς συγκελίτη και εκ των πραγμάτων σταμάτησε να διαμαρτύρεται για την τράκα που του έκανε τόσο καιρό ο Μανούσος σε τσιγάρα. Αυτός δεν έχει τόσα χρόνια μέσα, παρά μόνο δύο ή τρία. Πενηντάρης και κακογερασμένος καλύπτει την φαλάκρα του με την πλέον αναχρονιστική μέθοδο του δανικού μαλλιού από τα πλάγια της κεφαλής σε στυλ χωρίστρα-περουκίνι. Το κεφάλι του, ανεξάρτητο πρόβλημα από την κόμη του, είναι μονίμως γυρισμένο αριστερά ως συνέπεια κάποιου μυωσκελετικού θέματος που απέκτησε τα τελευταία χρόνια. Ο ένας του ώμος είναι σηκωμένος προκαλώντας μια ασυμμετρία στην καμπούρα του. Το αριστερό του πόδι σχεδόν το σέρνει ημιπαραλυμένο καθώς είναι και ο ήχος της σαγιονάρας με τα υποκύπτοντα στο νόμο της αδράνειας δάχτυλα του να ξεχειλίζουν από το παρμπρίζ της, ακολουθεί τα ταλαιπωρημένα βήματα του.

Δεν έχει κανέναν στην ζωή. Μονάχα τον πατέρα του, άρρωστο και γέρο. Του τηλεφωνεί όποτε έχει μονάδες στην τηλεκάρτα του και τον παρακαλάει, σχεδόν κλαίγοντας, να μην του πάθει τίποτα γιατί μόνο εκείνον έχει. Του ζητάει να του στείλει χρήματα για καπνό και όποτε αργούν να έρθουν τα λεφτά δικαιολογείται σε όποιον χρωστάει εξηγώντας ότι είναι γέρος άνθρωπος και δεν κατάφερε να τα στείλει νωρίτερα. Μετά συνεχίζει την χωρίς έλεος τράκα. Έχω υπολογίσει ότι μέσα στη μέρα εισπνέει περισσότερο καπνό απ’ ότι οξυγόνο. Καπνίζει ασταμάτητα και περιφέρει την ύπαρξη του από το κρεβάτι του σε κάποιον κοινόχρηστο χώρο της πτέρυγας, ίσως λίγο στο προαύλιο καμιά φορά και πάλι πίσω στο άδειο από τον Μανούσο κελί του.

Μια από τις συνήθειες του, δυο-τρεις φορές τη μέρα, είναι να ζητάει Μεσουλίντ από την Υπηρεσία γιατί πονάει και πάντα να του δίνουν το μαγικό χαπάκι, συνοδεύοντας το με την βαθιά ουμανιστική παρατήρηση ότι δεν είναι καραμέλα. Και αυτός στο ίδιο μοτίβο να απαντάει ότι πονάει, αφού.

Κάθε πρωί που βγαίνω από το κελί μου, αμέσως μετά από την πρωινή καταμέτρηση, να βράσω νερό στα κοινόχρηστα μάτια και να φτιάξω καφέ, έρχεται και ο Αλκιβιάδης με την καραβάνα του πρώτος απ’ όλους και την γεμίζει με κάτι σαν τσάι ή αραιωμένο νερόγαλα –ανάλογα τη μέρα– που έχει αφήσει στο καζάνι ο τραπεζοκόμος από το χάραμα.

Δύστροπος καθώς είμαι καμιά φορά πριν πιω καφέ, συνήθως αποφεύγω την καλημέρα του και έχει τύχει να τον αποπάρω όταν πλησιάζει πολύ κοντά για να μου ζητήσει τσιγάρο, ψιθυριστά σαν να μου αποκαλύπτει κάποιο κρατικό μυστικό.

Μια μέρα ακολουθώντας την ίδια ρουτίνα, περιμένοντας το νερό να βράσει στο κατσαρολάκι μου, παρατήρησα ότι ο Αλκιβιάδης δεν κατέβηκε. Σχεδόν ανακουφισμένος που απέφυγα αυτή την πρωινή συνάντηση, περιορίστηκα στο να σημειώσω μόνο την απουσία του στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Λίγη ώρα αργότερα έμαθα πως δεν ήταν αδικαιολογήτως απών αλλά ότι το βράδυ είχε ξεψυχήσει μόνος στο κελί του. Έμαθα επίσης πως όλο το βράδυ διαμαρτύρονταν στην καλή μας Υπηρεσία για τους πόνους του. Γιατρό δεν έχει η φυλακή, που να σε τρέχουμε βραδιάτικο σε νοσοκομείο είναι το στυλ. Φυλακή είσαι φίλε μου όχι σε κάνα σανατόριο, αυτό ήταν. Πέθανε.

Δεν ξέρω ποιος ενημέρωσε τον πατέρα του. Ξέρω μόνο πως αυτό το κελί για αρκετές εβδομάδες έμεινε εντελώς άδειο.