Έλληνες αντιφασίστες στον Ισπανικό Εμφύλιο

H δράση των εθελοντών που πολέμησαν κατά των φασιστικών στρατευμάτων του Φράνκο
– Εσύ δεν έχεις πια καμία υποχρέωση να γυρίσεις πίσω να πολεμήσεις…
– Οχι… εκτός από την υποχρέωση που έχω στον ίδιον μου τον εαυτό.
 
Ε. Χέμινγουεϊ
 
 
Παρίσι 1922
Ο Αντουάν-Ζαν-Μπατίστ-Μαρί-Ροζέ ντε Σαιντ-Εξυπερύ ανάρρωνε στο νοσοκομείο. Το σώμα του είχε γίνει χίλια κομμάτια. Οι γιατροί, αν και δεν πίστευαν ότι θα ζούσε, κόλλησαν κάθε διαλυμένο κόκαλο. Ήταν ασφυκτικά πιεσμένος μέσα σε έναν τεράστιο νάρθηκα σε σχήμα ανθρώπου. Το κεφάλι του ήταν δεμένο, σχεδόν φασκιωμένο με γάζες, σαν πανάρχαια αιγυπτιακή μούμια. Διέκρινε κάποιος μόνο δυο τρύπες στα μάτια και μια τρύπα στο στόμα. Τις τελευταίες ημέρες είχε αρχίσει και κουνούσε τα μέλη του. Μπορούσε να προφέρει και κάποιες λέξεις. 
Σαν από θαύμα είχε γλιτώσει όταν το διπλάνο του είχε κάψει φλάντζα, η μηχανή είχε σταματήσει στον αέρα και το σκαρί είχε πέσει σαν βαρίδι στη γη από ύψος 150 μέτρων και με ταχύτητα 130 χιλιομέτρων την ώρα. Ο 22χρονος πιλότος είχε εκτιναχθεί με ορμή, το κορμί του είχε συρθεί για δεκάδες μέτρα στο χώμα και το κεφάλι του λειτούργησε σαν φρένο επάνω σε μια πέτρα, έξω από τη αεροπορική βάση Λε Μπουρζέ. 
Σε πείσμα όλων ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ είχε επιβιώσει. Σε πείσμα όλων ο 22χρονος αυτός «μικρός πρίγκιπας» όχι μόνο θα ξαναπετούσε παράτολμα, αλλά 14 χρόνια αργότερα θα βρισκόταν και στην αγαπημένη του Ισπανία. 
 
 
Μαδρίτη 1936
«Φεντερίκο, αυτό που μου λες είναι αδύνατον να γίνει. Νομίζω μου κάνεις πλάκα. Θα μείνεις εδώ. Είναι καθαρή τρέλα να πας στη Γρανάδα…». Τα λόγια του επιστήθιου φίλου τού ποιητή έπεσαν στο κενό. Ο Φεντερίκο τον κοίταξε με τα σκούρα καφετιά μάτια του, του χαμογέλασε με εκείνο το αφοπλιστικό παιδικό χαμόγελο, ίσιωσε τα μαύρα μαλλιά του που έκρυβαν το πρόσωπό του και ανταπάντησε: «Θα πάω και το ξέρεις πολύ καλά». 
Ο φίλος του ο Ροντρίγκο ύψωσε το ποτήρι με το πράσινο αψέντι και το κατέβασε με μια γουλιά: «Διαβολεμένε ποιητή, δεν καταλαβαίνεις ότι θα σε σκοτώσουν;».
 
 
Γκρενόμπλ 1936
Ο Κώστας Χαλέπης περίμενε γεμάτος αγωνία να περάσει από τον έλεγχο των Γάλλων τελωνειακών στο λιμάνι. Μόλις είχε ξεμπαρκάρει με πλαστό ισπανικό διαβατήριο από το πλοίο «Νορμανδία». Μπροστά του και κάποιοι άλλοι Έλληνες σε σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο, βίωναν τα ίδια συναισθήματα. Ο 19χρονος Κώστας άναψε ένα τσιγάρο, φύσηξε τον καπνό του και ψιθύρισε στον μπροστινό του: «Μη φοβάσαι, θα τα καταφέρουμε». Ύστερα από ώρα έφτασε και η δική του σειρά. Ένιωθε εξαντλημένος από την πολύωρη αναμονή. Οι Γάλλοι τελωνειακοί και αστυνομικοί τού έδειξαν με αυστηρό ύφος ότι έπρεπε να ανοίξει τη βαλίτσα του. «Αυτό ήταν, θα με συλλάβουν» σκέφτηκε την ώρα που με τρεμάμενα δάχτυλα απασφάλιζε τη σκούρα καφετιά βαλίτσα. Την άνοιξε. Οι Γάλλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Μέσα υπήρχαν μόνο δυο ζευγάρια μάλλινες κάλτσες, ένα ζευγάρι αρβύλες, δυο στρατιωτικά χακί παντελόνια, δυο γκρίζα πουλόβερ, τρία λευκά πουκάμισα, ένα άδειο παγούρι, μια φωτογραφική μηχανή, λίγες κόλλες αλληλογραφίας, 3 μολύβια και ένα κόκκινο φουλάρι. 
 
Οι βλοσυροί Γάλλοι τελωνειακοί τον κοίταξαν με ένα βλέμμα που του πάγωσε το αίμα. Ύστερα χαμογέλασαν και πριν ο Κώστας καταλάβει τι συνέβαινε, ύψωσαν την αριστερή γροθιά τους ψηλά. Φώναξαν «Νο Πασαράν» και έβαλαν τη σφραγίδα στο διαβατήριό του. Αυτό ήταν, κατάφερε να περάσει. Μετά θα πήγαινε μαζί με άλλους μια βραδινή διαδρομή. Θα σκαρφάλωνε τα 907 μέτρα της Λα Ρουν στα Πυρηναία, το ξημέρωμα θα έμπαινε στο Σαν Σεμπαστιάν και από ’κεί Βιτώρια, Παμπλόνα, Τουδέλα και μετά Ουέσκα, Σαραγόσα και τέλος Μαδρίτη, σε μια εβδομάδα. 
 
Περίχωρα Μαδρίτης 1936
«Ισοπεδώστε τη, δε με ενδιαφέρει τίποτε» ούρλιαξε στον στρατηγό Εμίλιο Μόλα, από το μαγνητικό τηλέφωνο, ο ίδιος ο Φρανθίσκο Φράνκο. «Ξεκινήστε από το Βαγιέχας, τους αναθεματισμένους κομμουνιστές, μην αφήσετε τίποτε όρθιο» Ο Φρανθίσκο Παουλίνο Ερμενεχίλντο Τεόδουλο Φράνκο Βααμόντε, από τη Λα Κορούνια, είχε αναρριχηθεί ταχύτατα στην ιεραρχία. Μετά τις εκλογές του ’36 όμως ο Μανουέλ Αθάνια Ντίαθ πρόεδρος της Β’ Ισπανικής Δημοκρατίας, τον είχε ουσιαστικά υποβαθμίσει και τον είχε στείλει να διοικεί τα Κανάρια Νησιά. Ποιον; Τον ίδιο τον στρατηγό Φράνκο. Τώρα όμως έπαιρνε την εκδίκησή του. Ο δεσμός (χούντα) των αξιωματικών τον είχε θέσει άτυπα επικεφαλής και εκείνος με ένα άριστο, όπως πίστευε, στρατηγικό σχέδιο θα ξανάφερνε την ομαλότητα στην Ισπανία. Θα έδιωχνε τους κομμουνιστές και τους αναρχικούς και θα συνδιοικούσε μαζί με την Αγία Ισπανική Καθολική Εκκλησία. 
Με τη βοήθεια του πατρόνου του, Μπενίτο Μουσσολίνι, που του είχε διαθέσει απεριόριστα μεταγωγικά αεροπλάνα FIAT, μετέφερε Μαροκινούς στρατιώτες από τις ισπανικές κτήσεις της Αφρικής στην ίδια την Ισπανία, για να πνίξουν τη νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση στο αίμα της. 
 
Και όμως, ο Generalissimo Φρανθίσκο δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια. Εκεί που η πτώση της Μαδρίτης φαινόταν ένας απλός περίπατος για τα στρατεύματά του, το αναθεματισμένο «Νο Πασαράν» στοίχειωνε τα όνειρά του. Η Μαδρίτη δεν έπεφτε. Τη σφυροκοπούσε από παντού, αλλά δεν έπεφτε. Αναρχοκομμουνιστές αντιστέκονταν με λύσσα. Και δεν ήταν μόνο Ισπανοί. Αυτές οι διαβολεμένες Διεθνείς Ταξιαρχίες, ρεμάλια, ρομαντικοί εθελοντές από όλο τον κόσμο πολεμούσαν στο πλευρό τους. Ευτυχώς ο φίλος του ο Αδόλφος σε λίγο θα του έστελνε τους Κόνδορές του και θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους. 
 
Εθελοντές 
Ο Κώστας Χαλέπης φορούσε το λευκό του πουκάμισο, που πλέον είχε γίνει σχεδόν μαύρο από το χώμα και το μπαρούτι. Στον λαιμό του είχε δεμένο από την ημέρα που έφτασε στη Μαδρίτη το κόκκινο φουλάρι. Είχε μετατεθεί στην 11η Ταξιαρχία, στο Τάγμα «Κομμούνα του Παρισιού». Ο Χαλέπης υπερασπιζόταν τη Μαδρίτη από τα εθνικιστικά στρατεύματα των σφαγέων του Φράνκο. Βρισκόταν σε ένα πρόχειρο χαράκωμα προφυλαγμένο από σακιά με άμμο, δίπλα από τον ποταμό Μανθανάρεθ, κοντά στο πανεπιστήμιο της πόλης. 
 
Η 11η σήκωνε όλο το βάρος της επίθεσης του Generalissimo. Εάν περνούσαν το ποτάμι, θα έπεφτε η πόλη. 
Καθόταν με την πλάτη ακουμπισμένη στα σακιά, κάπνιζε και κοίταζε τη μελαχρινή πανέμορφη πολιτοφύλακα που βρισκόταν απέναντί του, όρθια στο χαράκωμα, και σημάδευε με το όπλο της προς τις γραμμές των εθνικιστών. Στο αριστερό της μπράτσο είχε ένα κατακόκκινο περιβραχιόνιο που έγραφε UGT – Uniόn General de Trabajadores. 
Ο Χαλέπης άνοιξε και διάβασε μεγαλόφωνα την αγγλόφωνη εφημερίδα των CNT/FAI, τη «Land and freedom». Δίπλα του ο Βασίλης Παττίκης, Έλληνας και αυτός, που είχαν γνωριστεί στο χαράκωμα και είχαν γίνει αχώριστοι, έφτιαχνε από άδεια κονσερβοκούτια, αυτοσχέδιες χειροβομβίδες. Τις γέμιζε μπαρούτι, καρφιά και ό,τι άλλο μπορούσε να προκαλέσει φθορά. Οι πολιτοφύλακες δεν είχαν εξοπλισμό. Η «ουδετερότητα» των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και της Αγγλίας ήταν καταδικαστική. Εφοδίαζαν τον Φράνκο με πετρέλαιο και άλλες πρώτες ύλες, ενώ οι Γερμανοί και οι Ιταλοί με όπλα και σφαίρες. Την εκλεγμένη κυβέρνηση οι δυτικές δημοκρατικές χώρες την εφοδίαζαν μόνο με τηλεγραφήματα συμπαράστασης. 
 
 
«Άκουσε, Βασίλη, τι γράφει. Ο φαλαγγίτες δολοφόνησαν τον ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, στη Γρανάδα. Είχε πάει να επισκεφτεί τον πατέρα του. Το ξημέρωμα της 19ης Αυγούστου 1936, στρατιωτικοί του CEDA πυροβόλησαν τον Λόρκα και τον έριξαν σε ανώνυμο τάφο στην περιοχή Fuentegrande de Alfacar στα περίχωρα του Βιθνάρ. Το εκτελεστικό απόσπασμα αριθμούσε 12 άτομα. Όλοι τους εθελοντές αστυνομικοί αλλά και κάποιοι κρατούμενοι που είχαν αφεθεί από τις φυλακές».
«Αποβράσματα» απάντησε μονολεκτικά ο Βασίλης και συνέχισε να πιέζει με τα μαυρισμένα δάχτυλά του τη γόμωση στα άδεια κονσερβοκούτια. Τότε ξέσπασε άλλη μια σφοδρή επίθεση των φρανκικών. Οι σφαίρες σφύριζαν δαιμονισμένα και το πυροβολικό των Μαροκινών σφυροκόπησε το χαράκωμα. 
Μια ισχυρή έκρηξη τίναξε με σφοδρότητα τον Κώστα σαν πάνινη κούκλα στον τοίχο του χαρακώματος. Έχασε τις αισθήσεις του. Χώμα γέμισε το στόμα, τα αυτιά και τη μύτη του. Όταν συνήλθε, είδε το πρόσωπο του Βασίλη να τον κοιτάζει με τα μάτια ανοιχτά. Το υπόλοιπο κορμί του φίλου του είχε εξαφανιστεί. Χιλιάδες καμπάνες χτυπούσαν μέσα στο κεφάλι του. Το κορμί του ήταν όλο μια πληγή. Τα ρούχα του είχαν σχεδόν καεί. Μόνο το κόκκινο φουλάρι παρέμενε στον λαιμό του και ένα ίχνος παντελονιού κάλυπτε τα πόδια του.
 
 
Έψαξε να βρει το όπλο του. Μάταια. Σύρθηκε στο χώμα και με δυσκολία σηκώθηκε. Είδε ένα αυτόματο τουφέκι που εξείχε από το χαράκωμα. Το έπιασε και έκανε να πυροβολήσει. Έβλεπε τους φαλαγγίτες να έρχονται προς το μέρος του. Στο τουφέκι ήταν γαντζωμένο ένα λεπτοκαμωμένο χέρι που είχε κοπεί από τον ώμο. Στο μπράτσο του είχε ένα κατακόκκινο περιβραχιόνιο που έγραφε UGT…
Ο Κώστας χωρίς να βλέπει, με το πρόσωπό του κατάμαυρο, πέταξε το ματωμένο χέρι μακριά και πυροβόλησε με μανία. Οι σφαίρες τελείωσαν γρήγορα. Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν η λόγχη ενός φαλαγγίτη να αστράφτει στο πρόσωπό του. Κάπου μακριά, πριν μαυρίσουν όλα γύρω του, άκουσε ένα «Νο Πασαράν», ήταν από τη 12η Ταξιαρχία των διεθνών εθελοντών που είχαν πέσει στη φωτιά και έκλεισαν το κενό που είχε ανοίξει η επίθεση των φαλαγγιτών. Τους έτρεπαν σε άτακτη φυγή… 
 
Τα στοιχεία για τους Έλληνες αντιφασίστες που έδωσαν τη ζωή τους για να μην περάσει ο φασισμός στην Ισπανία, δείχνουν πως στην Ιβηρική γη πολέμησαν από 200 μέχρι 500 Έλληνες. 
Τρεις ήταν οι κατηγορίες: Έλληνες του εσωτερικού (κυρίως ναυτεργάτες, οι οποίοι αποτελούσαν και το 50% του συνόλου των εθελοντών), Έλληνες του εξωτερικού (κυρίως από Αμερική, Γαλλία και Αγγλία) και Κύπριοι. Η πρώτη ομάδα των εθελοντών έφτασε στην Ισπανία το 1936 και ενσωματώθηκε στον «Βαλκανικό Λόχο». Πολλοί Έλληνες επίσης ενσωματώθηκαν σκόρπιοι σε άλλους λόχους, ανάλογα με τη χώρα προέλευσής τους (π.χ. οι Έλληνες εξ Αμερικής υπηρέτησαν στο Τάγμα «Αβραάμ Λίνκολν», ενώ εκείνοι από την Αγγλία έμειναν στο αγγλικό). 
Στη μάχη της Χάραμα ο 19χρονος Φίλιππος Παπάς ξεψύχησε πολεμώντας μέσα στα χέρια του πρώτου του ξαδέλφου, Γιάννη Χατζηλάου. Ο Παναγιώτης Κατσαρώνας κυκλώθηκε από φαλαγγίτες καθώς υπερασπιζόταν τη θέση του με ένα πολυβόλο. Του ζήτησαν να παραδοθεί, αλλά εκείνος αρνήθηκε κι συνέχισε να μάχεται μόνος. Μια ριπή τον έκοψε στα δυο... 
 
 
Στα μέσα του 1937 συγκροτείται επίσημα ο Ελληνικός Λόχος «Ρήγας Φεραίος», υπό τη διοίκηση του Γιάννη Παντελιά. Στη μάχη της Μπρουνέττε ο Μηνάς Θωμαΐδης υπηρετούσε ως οδηγός άρματος στο αμερικανικό τάγμα «Αβραάμ Λίνκολν». Όταν το άρμα του αχρηστεύθηκε από εχθρική οβίδα, εκείνος πετάχτηκε έξω με το πολυβόλο στο χέρι απωθώντας τους αντιπάλους του και σώζοντας τη ζωή ενός τραυματισμένου συντρόφου του. 
Αργότερα ο ίδιος θα διακριθεί και πάλι στη μάχη του Τερουέλ. Στη μάχη του ποταμού Χέμπρο ο ελληνικός και ο αμερικανικός λόχος βρίσκονται εγκλωβισμένοι από υπέρτερες δυνάμεις φασιστών. Οι μαχητές αποφασίζουν να επιχειρήσουν μία απελπισμένη έξοδο.
Επί δυο μερόνυχτα πολέμησαν λυσσασμένα και κατάφεραν να απεγκλωβιστούν και να ενωθούν με τα υπολείμματα των κυβερνητικών. Ο φόρος ήταν βαρύς: Άφησαν πίσω τους 20 Έλληνες νεκρούς και ολόκληρο σχεδόν τον αμερικανικό λόχο. Από τα ονόματα των 278 Ελλήνων εθελοντών που σώζονται μέχρι σήμερα, οι 78 πέθαναν πολεμώντας στην Ισπανία. Άφησαν την τελευταία τους πνοή μαχόμενοι για τα ιδανικά ενός καλύτερου κόσμου. 
 
Αραγωνία 1939
Ο πόλεμος βαδίζει στο τέλος του. Οι Γερμανοί σύμμαχοι του Φράνκο έχουν ισοπεδώσει την Γκερνίκα. Στις τάξεις των δημοκρατικών έχουν εμφανισθεί εδώ και μήνες τα μίση και οι έριδες. Κομμουνιστές μάχονται με αναρχικούς, και τροτσκιστές την ώρα που ο Φράνκο έχει εξαπολύσει τρομοκρατία σε ολόκληρη τη χώρα. Ο ρομαντισμός για ένα καλύτερο αύριο έχει δώσει τη θέση του σε μια ψυχρή υπολογιστική πραγματικότητα. 
Και όμως, υπάρχουν και κάποιοι που συνεχίζουν να φωνάζουν πίσω από τα οδοφράγματα και μέσα στα χαρακώματα το «Νο Πασαράν». 
 
 
Ένας παράτολμος Γάλλος αεροπόρος και πολεμικός ανταποκριτής στον εμφύλιο, που συνεχώς καυτηριάζει τον Φράνκο και τις μεθόδους του, τηλεγραφεί την τελευταία του ανταπόκριση για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες: «…Είναι το κοινό ιδανικό και στόχος που κάνει τους εξωτερικά ανομοιογενείς ανθρώπινους χαρακτήρες να πετιούνται όλοι μαζί σ’ ένα πρόσταγμα απ’ το αμπρί τους πάνω στα πυρά των εχθρικών πολυβόλων…». Ο «μικρός πρίγκιπας» θα φύγει από την αγαπημένη του Ισπανία πικραμένος και απογοητευμένος… 
 
 
 
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΛΕΒΕΝΤΟΓΙAΝΝΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1946 στις 08-12-2016
.