Η δεύτερη δίκη της οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας

Αναδημοσίευση από το Indymedia: Ιστορικά οι πολιτικές δίκες όπως αυτές των ένοπλων επαναστατικών οργανώσεων αποτελούν στην πραγματικότητα πολιτικές μάχες και αντιπαραθέσεις μεταξύ των οργάνων του κράτους και των επαναστατών που έπεσαν αιχμάλωτοι στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας. Οι πολιτικές δίκες δεν είναι μονάχα ένα πεδίο όπου η εξουσία θα επιβεβαιώσει την ισχύ της επιβάλλοντας την τιμωρία σε αυτούς που την πολεμάνε, αλλά ένα πεδίο όπου επιχειρεί την πολιτική αποδόμηση των εχθρών της και όπου οι αγωνιστές καλούνται να αποδείξουν την πίστη, την συνέπεια, την αφοσίωση στον αγώνα και στην ίδια την ιστορία τους.
Γι’ αυτό διαχρονικά, οι πολιτικές δίκες άφησαν παρακαταθήκη για το σθένος, την αποφασιστικότητα και την στάση εκείνων των αγωνιστών που σήκωσαν το ανάστημα τους απέναντι στην εξουσία, υπεράσπισαν τη δράση τους σηκώνοντας το βάρος των επιλογών τους και αδιαφόρησαν για το κόστος και το τίμημα.
Στις περιπτώσεις των δικών των ένοπλων επαναστατικών οργανώσεων, το στίγμα δίνεται από την στάση των αγωνιστών που μετά την σύλληψη τους ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής στις οργανώσεις τους και υπεράσπισαν στις δίκες που ακολούθησαν τη δράση τους.
Όπως έχει αποδειχτεί από πολύ παλιά, η εξουσία δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στην φυσική εξόντωση των πολιτικών της αντιπάλων ή να τους φυλακίσει όπως γίνεται σήμερα, αλλά επιδίωκε να τους εξαναγκάσει να λυγίσουν, να αποκηρύξουν τον αγώνα τους, να αναγνωρίσουν την ανωτερότητα της και να μετανοήσουν.
Στη σύγχρονη εποχή, το κράτος στις περιπτώσεις των ένοπλων επαναστατικών οργανώσεων δεν αρκείται μόνο στην «στρατιωτική» κατίσχυση επί των αντιπάλων του, αλλά επιχειρεί και την πολιτική ήττα τους μέσω του εξαναγκασμού της πολιτικής αποκήρυξης.
Έτσι πέρα από την μακροχρόνια φυλάκιση και μάλιστα υπό ειδικές συνθήκες απομόνωσης πολλές φορές, η νίκη του γίνεται συντριπτική. Χωρίς την πολιτική αποκήρυξη, είτε άμεση, είτε έμμεση, η καταστολή υπονομεύεται και ακυρώνεται από την στάση των αμετανόητων πολιτικών κρατουμένων που γίνεται παράδειγμα για τη συνέχιση του αγώνα.
Όσον αφορά την καταστολή των οργανώσεων αντάρτικου, το στόχαστρο της πολιτικής αποκήρυξης είναι ο ίδιος ο ένοπλος αγώνας ως μέσο πάλης.
Στην Ιταλία τη δεκαετία του 1970, σε συνθήκες που υπήρχε μια σφοδρή κοινωνικοταξική σύγκρουση και ένα υψηλής έντασης αντάρτικο πόλης, στις ειδικές αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες που θεσμοθετήθηκαν για την αντιμετώπιση του, συμπεριλήφθηκε και η διάταξη του διαχωρισμού και της αποκήρυξης του ένοπλου αγώνα – κάτι που έγινε για πρώτη φορά – η οποία αρκετές φορές συνοδευόταν από την συνεργασία με τις αρχές και την κατάδοση από αυτούς που την έκαναν που είχε ως αποτέλεσμα ακόμα και τη δολοφονία αγωνιστών (υπόθεση Πέτσι – δολοφονία των τεσσάρων μελών της φάλαγγας των Ερυθρών Ταξιαρχιών στη Γένοβα) με αντάλλαγμα μια πολύ πιο σύντομη παραμονή στις φυλακές.
Η επιδίωξη δεν είναι μόνο η εξάρθρωση των οργανώσεων αντάρτικου αλλά πολύ περισσότερο η πολιτική αποδόμηση και η πολιτική ήττα τους.
Ήταν κάτι που ίσχυε και σε άλλες χώρες εκτός της Ιταλίας όπως στη Γερμανία με τους λεγόμενους «μάρτυρες του στέμματος» οι οποίοι συνεργάζονταν με τις αρχές δίνοντας πληροφορίες για τους πρώην συντρόφους τους.
Υπήρχαν και περιπτώσεις αποκηρύξεων που δεν συνοδεύονταν από συνεργασία με τις αρχές όπως αυτή του ενός εκ των ιδρυτών των Ερυθρών Ταξιαρχιών Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι  που έκανε δήλωση αποκήρυξης το 1986.
Εδώ αποδεικνύεται πόσο τεράστια σημασία έχει για τον αγώνα συνολικά η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης και η συνέπεια των αγωνιστών στο χρόνο παρά την καταστολή και τα χρόνια φυλακής και πόσο τεράστια σημασία αντίστροφα έχει για το κράτος η αποκήρυξη του ένοπλου αγώνα κάτι που το είδαμε πολύ χαρακτηριστικά σε «μαζικό» επίπεδο στις δίκες για την 17Ν.
Στην Ευρώπη, στις οργανώσεις αντάρτικου πόλης στις δεκαετίες του 1970 και ’80, ήταν πάγια παράδοση των επαναστατών η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από τα μέλη των οργανώσεων αυτών όσον αφορά την συμμετοχή τους – χωρίς να κοιτάνε τα στοιχεία της δικογραφίας όπως συνηθίζεται να γίνεται στην Ελλάδα – ακόμα και στην περίπτωση που ως φυλακισμένοι αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη για ενέργειες που κάνει η οργάνωσή τους, π.χ. η απαγωγή Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες.
Στην Ευρώπη παρά το γεγονός ότι αρκετοί ήταν αυτοί που έσπασαν και αποκήρυξαν τον ένοπλο αγώνα υπήρξαν και πολλοί που παρέμειναν συνεπείς και αμετανόητοι και παρέμειναν στις φυλακές ακόμα και πάνω από 2 δεκαετίες έως και 30 χρόνια (Ζαν Μαρκ Ρουιγιάν, Μαουρίτσιο Φεράρι, Ίρμγκαρντ Μέλερ, Στέφαν Βισνιέφσκι, Μπριγκίτε Μονχάουπτ, Χανς Κρίστιαν Κλαρ, Μπερτράν Σασουά, Ναταλί Μενινιόν, Ζοέλ Ομπρόν, Πρόσπερο Γκαλινάρι και πολλοί άλλοι). Αυτή τη στιγμή ίσως ο πιο μακροχρόνια έγκλειστος κρατούμενος στην Ευρώπη είναι ο πολιτικός κρατούμενος Ζ. Ι. Αμπνταλά που ανήκε στις FARL και βρίσκεται από το 1984 στις γαλλικές φυλακές ο οποίος μπορεί να πάρει αναστολή εδώ και 3 χρόνια, όμως το γαλλικό κράτος αρνείται να του τη δώσει υπό την πίεση των ΗΠΑ. Στην Ελλάδα αντιθέτως υπήρχε η αρνητική παράδοση της «σκευωρίας», στάση που στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μια πολιτική ήττα. 
Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης σε επίπεδο οργάνωσης και όχι μεμονωμένων περιπτώσεων ήταν κάτι άγνωστο μέχρι τον Απρίλιο του 2010 με τις συλλήψεις των μελών του Επαναστατικού Αγώνα. Αυτή η αρνητική παράδοση της «σκευωρίας» οφείλεται στην ήττα του επαναστατικού κινήματος της αριστεράς από την εποχή του εμφυλίου – μία ιστορική συνθήκη που δεν υπήρχε στην Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία –, ήττα όχι μόνο στρατιωτική αλλά και πολιτική η οποία συνοδεύτηκε από χιλιάδες δηλώσεις μετανοίας.
Αυτή η κληρονομιά της ήττας και της θυματοποίησης μεταφυτεύτηκε τα κατοπινά χρόνια και τις δεκαετίες του μετεμφυλιακού καθεστώτος και της χούντας των συνταγματαρχών όπου ο φόβος του χωροφύλακα, της εξορίας, του ξύλου, των βασανιστηρίων, της φυλακής ή ακόμα και του εκτελεστικού αποσπάσματος, στοίχειωσε ολόκληρες γενιές.
Αυτή η κληρονομιά πέρασε και στις γενιές μετά την μεταπολίτευση από την άκρα αριστερά και φτάνει ως τις μέρες μας όπου το κύμα των δεκάδων συλλήψεων του 2009 – 2011 τρομοκράτησε ως ένα βαθμό τον αναρχικό αντιεξουσιαστικό χώρο. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί από τους συλληφθέντες σήμερα για ένοπλη δράση επικαλούνται το «ιδιώνυμο» της πολιτικής τους ταυτότητας, κάτι που παραπέμπει σε παλιότερες εποχές με τελείως διαφορετικές συνθήκες,
Στις μέρες μας το ελληνικό κράτος – ανδρείκελο της υπερεθνικής οικονομικής ελίτ που στην εποχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης εφαρμόζει τα μνημόνια της ΕΕ, της ΕΚΤ, του ΔΝΤ, του ΕΜΣ, δεν ζητά με άμεσο τρόπο πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης και υποταγής ή δηλώσεις μετανοίας από τους σημερινούς πολιτικούς κρατούμενους όπως έκανε το μετεμφυλιακό προκάτοχο του πριν δεκαετίες.
Δεν είναι άλλωστε ίδιες οι συνθήκες της κοινωνικοταξικής σύγκρουσης και δεν χρειάζεται τέτοιες πρακτικές.
Επειδή όμως δεν έχει εκλείψει η ιστορική μνήμη και γνώση και επειδή εξακολουθεί και υπάρχει ένα «σύμπλεγμα ενοχής» για τις θηριωδίες που διαπράχτηκαν κάποτε, σήμερα η πίεση της εξουσίας για υποταγή, για αναγνώριση της ανωτερότητας της, για μετάνοια, είναι πολύ πιο έμμεση.
Με τη μεγιστοποίηση των ποινών που επιβάλλουν οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες, τις απομονώσεις και τις ειδικές συνθήκες κράτησης, το κόψιμο των αδειών, την εφαρμογή ειδικού καθεστώτος πολλές φορές άτυπου για επιλεγμένους αγωνιστές.
Φυσικά αυτή την παράδοση την εφαρμόζει και η μνημονιακή αριστερή κυβέρνηση Σύριζα που συγκυβερνά με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ η οποία σε κάθε ευκαιρία δεν παραλείπει να δίνει αντιτρομοκρατικά διαπιστευτήρια στους δανειστές και γενικότερα στα διεθνή κέντρα εξουσίας με πιο τρανταχτό παράδειγμα αυτό της καταδίκης σε ισόβια του μέλους του Επαναστατικού Αγώνα Νίκου Μαζιώτη για μια μη αιματηρή επίθεση, χωρίς καν τραυματισμούς, στην Τράπεζα της Ελλάδας, στο παράρτημα της ΕΚΤ και στο γραφείο του μόνιμου αντιπροσώπου του ΔΝΤ.
Η κρίση χρέους στην Ελλάδα, απότοκη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 2008 αποκάλυψε ως ένα μεγάλο βαθμό την πολιτική γύμνια και τις ελλείψεις του αναρχικού αντιεξουσιαστικού χώρου, την έλλειψη πίστης στην επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας και αυτό αντανακλάται στον τρόπο που αντιμετωπίζεται η καταστολή, οι διώξεις και η αδιαφορία μερίδας τουλάχιστον του αναρχικού αντιεξουσιαστικού χώρου για τους δεκάδες αυτή τη στιγμή πολιτικούς κρατούμενους που η συντριπτική τους πλειοψηφία βρίσκεται στη φυλακή για ένοπλη δράση, είτε μιλάμε για μέλη που έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη ή κατηγορούνται ως μέλη.
Πάγιος στόχος της καταστολής και των σημερινών αντιτρομοκρατικών νομοθεσιών πέρα από την μεγιστοποίηση των ποινών με σκοπό την όσο γίνεται μεγαλύτερη παραμονή στη φυλακή των πολιτικών εχθρών της εξουσίας είναι η διάσπαση και η διάλυση των ένοπλων συλλογικοτήτων και οργανώσεων και η πολιτική τους αποδόμηση.
Το αποτέλεσμα της δεύτερης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα σύμφωνα με το οποίο καταδικάστηκε ο Νίκος Μαζιώτης σε ισόβια κάθειρξη για την επίθεση της οργάνωσης στη Διεύθυνση Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδας και επιπλέον 129 χρόνια για τους πυροβολισμούς εναντίον 5 αστυνομικών, για 2 απαλλοτριώσεις τραπεζών και άλλες πράξεις αποδεικνύει την μέγιστη σημασία που δίνει το κράτος στο να χτυπήσει αυτούς που παραμένουν συνεπείς στις επιλογές αγώνα και μέσω τέτοιων παραδειγματικών αποφάσεων να δώσει ένα ισχυρό μήνυμα πολιτικού και κοινωνικού εκφοβισμού προς όσους έχουν επιλέξει ή θα θελήσουν να επιλέξουν την ένοπλη επαναστατική δράση ως μέσο αγώνα στη σημερινή εποχή της συστημικής κρίσης.
Εδώ επίσης γίνεται αντιληπτή και η δυσαναλογία της διαφοράς της απόφασης της δεύτερης δίκης του Επαναστατικό Αγώνα από την πρώτη.
Η καταδικαστική απόφαση της ισόβιας κάθειρξης για την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας σε σχέση με τα 50 χρόνια κάθειρξης για 16 επιθέσεις του Επαναστατικού Αγώνα δεν είναι μια δικονομική υπερβολή.
Είναι μια συνειδητή πολιτική απόφαση που στρέφεται κατά αγωνιστών που επέδειξαν επιμονή στις επιλογές αγώνα όπως οι σύντροφοι Ρούπα και Μαζιώτης οι οποίοι ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή στον Επαναστατικό Αγώνα τον Απρίλιο του 2010 όταν συνελήφθησαν, υπεράσπισαν την δράση της οργάνωσης στην πρώτη δίκη, πέρασαν στην παρανομία και συνέχισαν την δράση του Επαναστατικού Αγώνα με την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας το 2014.
Αυτή η πορεία των δύο αγωνιστών βασίστηκε απαραίτητα στην ανάληψη της πολιτικής ευθύνης της συμμετοχής τους στην οργάνωση και η απόφαση της ισόβιας κάθειρξης ακριβώς αυτό στοχεύει, την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης και την συνέπεια στην επιλογή να συνεχιστεί η ένοπλη δράση.
Η συνέπεια των συντρόφων του Επαναστατικού Αγώνα στο να συνεχιστεί η ένοπλη δράση αποδεικνύεται και από την απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο που επιχείρησε η συντρόφισσα Ρούπα στις 21 Φεβρουαρίου 2016 για να απελευθερώσει τον Μαζιώτη και κρατούμενους της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς.
Πέρα όμως από την απόφαση της ισόβιας κάθειρξης που επιβλήθηκε στον σύντροφο Μαζιώτη και των 10 ετών στη συντρόφισσα Ρούπα που δικάστηκε ερήμην μόνο για πλημμεληματικές κατηγορίες, στην δεύτερη δίκη εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα, το κράτος επιχείρησε να πάρει μία ρεβάνς σε σχέση με την πρώτη δίκη κατά την οποία οι σύντροφοι Ρούπα και Μαζιώτης είχαν επιτύχει κάποιες πολιτικές νίκες όπως η απόρριψη της κατηγορίας της «διεύθυνσης» και η αναγνώριση ότι ο Επαναστατικός Αγώνας είναι μια αναρχική οργάνωση χωρίς ιεραρχία και η απόρριψη σύμφωνα με το κατηγορητήριο του «κοινωφελούς» χαρακτήρα μηχανισμών που είχε χτυπήσει ο Επαναστατικός Αγώνας όπως το Χρηματιστήριο Αθηνών, οι τράπεζες Citibank και Eurobank, τα υπουργεία Απασχόλησης και Οικονομίας.
Αυτές οι πολιτικές νίκες αλλά και γενικότερα η πολιτική και ηθική υπεροχή που επέδειξαν με τις πολιτικές τους τοποθετήσεις κατά την διάρκεια της πρώτης δίκης, είχε ως αποτέλεσμα συγκριτικά χαμηλότερες ποινές σε σχέση με τον όγκο του κατηγορητηρίου που περιλάμβανε 16 επιθέσεις της οργάνωσης.
Στα πλαίσια αυτής της ρεβάνς στη δεύτερη δίκη εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα επιχειρήθηκε από το ίδιο το κράτος ένας διαχωρισμός της δράσης της οργάνωσης σε δυο περιόδους, η πρώτη, από το 2003 ως το 2010 και η δεύτερη, από τον Ιούνιο του 2012 μέχρι και σήμερα και αυτό με σκοπό να κατηγορηθούν οι σύντροφοι Μαζιώτης και Ρούπα εκ νέου για συγκρότηση και «διεύθυνση» της οργάνωσης από τον Ιούνιο του 2012 και μετά, από τότε δηλαδή που πέρασαν στην παρανομία, έτσι ώστε να υπάρξουν μεγαλύτερες καταδίκες και να ανοίξει ο δρόμος για την συσχέτιση με την δράση του Επαναστατικού Αγώνα απαλλοτριώσεων τραπεζών, άσχετων με την οργάνωση και να επιχειρηθεί η πολιτική αποδόμηση της οργάνωσης.
Δυστυχώς σε αυτή την προσπάθεια του διαχωρισμού της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα από το κράτος συνέδραμε και ένα πρώην μέλος της οργάνωσης που μετά την σύλληψη του Μαζιώτη το 2014 υπέγραψε κείμενο με υπογραφή, «μέλος του Επαναστατικού Αγώνα α’ περιόδου» για να μην κατηγορηθεί για την συνέχεια της δράσης της οργάνωσης και την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας.
Προκειμένου να στηριχτεί η συσχέτιση του Επαναστατικού Αγώνα με άσχετες με την δράση του απαλλοτριώσεις τραπεζών, στην δεύτερη δίκη ενσωματώθηκε αυθαίρετα η υπόθεση της απαλλοτρίωσης της τράπεζας Eurobank στην Ακράτα τον Δεκέμβριο του 2012 με κατηγορούμενο ως αυτουργό τον Γ. Πετρακάκο ο οποίος κατηγορείται από κοινού με τον Μαζιώτη για τις απαλλοτριώσεις τραπεζών σε Μέθανα και Κλειτορία Αχαΐας.
Όλη αυτή η μεθόδευση προσπαθεί να επιβεβαιώσει το σενάριο των διωκτικών αρχών όχι μόνο της συνεργασίας «ποινικών – τρομοκρατών» αλλά το ότι οι ποινικοί έχουν γίνει μέλη των οργανώσεων αντάρτικου με σκοπό φυσικά την πολιτική αποδόμηση του Επαναστατικού Αγώνα.
Αυτή η μεθόδευση αποκαλύφθηκε σε όλη την έκταση της στη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2015 που η εισαγγελέας της έδρας εισήγαγε έγγραφο της αντιτρομοκρατικής όπου συσχέτιζε υποθέσεις απαλλοτριώσεων τραπεζών που χρονολογούνται από το 2008 και 2010 – σε μια απ’ αυτές έχει σκοτωθεί αστυνομικός – όπου κύριος κατηγορούμενος ως αυτουργός είναι ο Πετρακάκος μαζί με κάποιους ποινικούς και αναρχικούς, όπου αρκετές απ’ αυτές έχουν διαπραχτεί είτε όταν ο Μαζιώτης είχε ήδη συλληφθεί από τον Ιούλιο του 2014 και μετά, είτε σε διάστημα που οι σύντροφοι Μαζιώτης και Ρούπα ήταν προφυλακισμένοι το 2010 – 11 μετά την σύλληψή τους, είτε έχουν διαπραχτεί λίγο μετά την αποφυλάκιση τους λόγω δεκαοκταμήνου και βρίσκονταν υπό περιοριστικούς όρους. 
Η αυθαίρετη καταδίκη του Πετρακάκου ως μέλος του Επαναστατικού Αγώνα, η καταδίκη του Μαζιώτη ως «διευθυντή», μια απόφαση που έρχεται σε αντίθεση με αυτήν της πρώτης δίκης που απάλλαξε τους συντρόφους Ρούπα και Μαζιώτη από την κατηγορία της «διεύθυνσης», άνοιξε τον δρόμο για μια τρίτη δίκη εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα με υποθέσεις απαλλοτριώσεων τραπεζών άσχετες με την οργάνωση και με όλους ανεξαιρέτως τους κατηγορούμενους άσχετους επίσης με την οργάνωση οι οποίοι σύμφωνα με τις αλχημείες των διωκτικών αρχών κατηγορούνται ως μέλη «εγκληματικής» οργάνωσης από το 2006 μέχρι τον Ιούνιο του 2012 - όταν βγήκαν οι Ρούπα και Μαζιώτης στην παρανομία - και από το 2012 έως το 2015 ως μέλη «τρομοκρατικής» οργάνωσης. 
Είναι η πρώτη φορά που σε τέτοιο βαθμό γίνεται μια τέτοια μεθόδευση από την πλευρά των διωκτικών αρχών για να επιβεβαιωθεί το σενάριο της σύμπραξης «ποινικών – τρομοκρατών», σε μια εμφανέστατη προσπάθεια των αρχών να πάρουν μια ρεβάνς από την πρώτη δίκη όπου οι σύντροφοι Ρούπα και Μαζιώτης πέτυχαν πολιτικές νίκες, να προσπαθήσουν αφ’ ενός να αποδομήσουν τα πολιτικά χαρακτηριστικά του Επαναστατικού Αγώνα και παράλληλα να επιδείξουν την μέγιστη δυνατή αυστηρότητα στο ποινικό σκέλος για να τιμωρήσουν τους συντρόφους που δεν παραδόθηκαν, δεν επέστρεψαν στη φυλακή αλλά πέρασαν στην παρανομία για να συνεχίσουν την δράση του Επαναστατικού Αγώνα.
Τέλος, αυτό που θα πρέπει να επισημανθεί και σε σχέση με το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής δίκης είναι, ότι μέσα στα πλαίσια της γενικότερης απαξίωσης των πολιτικών δικών και των πολιτικών κρατουμένων στο σύνολο τους από μεγάλο κομμάτι του αναρχικού αντιεξουσιαστικού χώρου τα τελευταία χρόνια, αυτή η δίκη με την πρωτοφανή καταδικαστική απόφαση της ισόβιας κάθειρξης, πέρασε απαρατήρητη και δεν απαντήθηκε όπως άλλωστε και πολλές άλλες. Αποδεικνύεται έτσι η απαξίωση της αλληλεγγύης στο σύνολο των πολιτικών κρατουμένων ασχέτως υπερασπιστικής γραμμής παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της γενικότερης πολιτικής αποτυχίας του αναρχικού αντιεξουσιαστικού χώρου τα τελευταία 6 χρόνια που αφενός αποδείχτηκαν οι μεγάλες πολιτικές αδυναμίες του έτσι ώστε να παίξει καταλυτικό ρόλο σε όλη την περίοδο των μεγάλων κινητοποιήσεων ενάντια στο Α’ Μνημόνιο και αφετέρου το ότι πάγωσε μπροστά στις αλλεπάλληλες κατασταλτικές αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις του κράτους που ξεκίνησαν το φθινόπωρο του 2009 και οδήγησαν στις φυλακές δεκάδες αναρχικούς συντρόφους καταδικασμένους σε πολυετείς καθείρξεις για ένοπλη δράση. Είναι επίσης αποτέλεσμα της γενικότερης κοινωνικής ήττας το ότι οι μαζικές κινητοποιήσεις της περιόδου 2010 – 12 δεν κατάφεραν να φρενάρουν στο ελάχιστο την εφαρμογή των προγραμμάτων διάσωσης στα πλαίσια αντιμετώπισης της κρίσης και αυτό είναι κάτι που επηρεάζει και τον αναρχικό αντιεξουσιαστικό χώρο αρνητικά.
ΕΚΔΟΣΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ 
ΣΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Το κείμενο ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ είναι εισαγωγικό της μπροσούρας Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ με τις πολιτικές τοποθετήσεις των συντρόφων Νίκου Μαζιώτη και Πόλας Ρούπα που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2016.
Οι πολιτικές δίκες είναι κομμάτι της ιστορίας μας, κομμάτι των επαναστατικών κινημάτων και του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου, γι΄αυτό πρέπει να καταγράφονται ως ντοκουμέντα.
Η μπροσούρα Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ δεν είναι μία αμερόληπτη έκδοση γιατί δεν καταγράφονται όλες οι τοποθετήσεις των κατηγορουμένων σ΄ αυτή τη δίκη, παρά μόνο αυτές των συντρόφων που έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής τους στον Επαναστατικό Αγώνα και έχουν υπερασπιστεί τις ενέργειες της οργάνωσης.
Είναι η συνέχεια του βιβλίου Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, που αφορούσε την πρώτη δίκη της οργάνωσης που διεξήχθη απ΄ τον Οκτώβριο του 2011 ως τον Απρίλιο του 2013 και είχε εκδοθεί το Σεπτέμβριο του 2014 μετά τη δεύτερη σύλληψη του συντρόφου Μαζιώτη.
Η μπροσούρα Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ συμπεριλαμβάνει τις τοποθετήσεις του Νίκου Μαζιώτη ως του μοναδικού παρόντα στη δίκη μέλους του Επαναστατικού Αγώνα που τοποθετήθηκε για την επίθεση της οργάνωσης στις 10 Απριλίου του 2014 στη Διεύθυνση Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδας και στο γραφείο του μόνιμου εκπροσώπου του ΔΝΤ, τη συμπλοκή με τους αστυνομικούς στο Μοναστηράκι όπου συνελήφθη και τις δύο απαλλοτριώσεις τραπεζών σε Μέθανα και Κλειτορία για τις οποίες επίσης πήρε την ευθύνη, πολιτική και προσωπική, όπου στη δεύτερη τραυμάτισε και αφόπλισε αστυνομικό. Επίσης συμπεριλαμβάνει την τοποθέτηση της καταζητούμενης και επικηρυγμένης με 1.000.000 ευρώ συντρόφισσας Πόλας Ρούπα στο τελικό στάδιο της δίκης με κείμενο το οποίο διάβασε και κατέθεσε ο Μαζιώτης στο στάδιο της διαδικασίας που ζητούνται οι «απολογίες» των κατηγορουμένων. Επίσης στο Παράρτημα της έκδοσης περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και το κείμενο της συντρόφισσας Ρούπα για την απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο που επιχείρησε στις 21 Φεβρουαρίου 2016 για να αποδράσουν από τις φυλακές Κορυδαλλού ο Μαζιώτης και μέλη της ΣΠΦ.