Το υφεσιακό «σπιράλ», η «παγίδα χρέους» και η επιστροφή στην ανάπτυξη

Καθώς η χώρα παγιδεύτηκε σε ένα αλληλοτροφοδοτούμενο υφεσιακό «σπιράλ» και σε μια «παγίδα χρέους», εύλογα το ΑΕΠ της Ελλάδας υποχώρησε 26% στα χρόνια της κρίσης, η ανεργία έφτασε μέχρι το υψηλό του 27%, ενώ το ποσοστό της φτώχειας σκαρφάλωσε σε επίπεδα-ρεκόρ.

Το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 57 δισ. ευρώ (σε ονομαστικούς όρους), από το υψηλό των 233,3 δισ. ευρώ το 2008, ενώ το Ινστιτούτο Peterson υποστηρίζει πως ίσως η χώρα μετά το 2021 καταφέρει να προσεγγίσει τα επίπεδα του 2007 (223,2 δισ. ευρώ). Σύμφωνα εξάλλου με την Allianz, η περιουσία των Ελλήνων υποχώρησε τα χρόνια της κρίσης κατά 30%, ενώ η μεσαία τάξη αποτελεί πλέον το 20% του πληθυσμού από 50% την εποχή που η χώρα γινόταν μέλος του ευρώ.

Σύμφωνα επίσης με στοιχεία της Credit Suisse, από το 2007 ως σήμερα περίπου 1,2 εκατομμύρια Ελληνες άλλαξαν κατηγορία εισοδηματικής διαστρωμάτωσης καθώς η αξία των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων απομειώθηκε κατά σχεδόν 522 δισ. δολάρια, ενώ κάθε Ελληνας έχασε 55.500 δολάρια, αφού η μέση αξία του πλούτου των Ελλήνων από 136.800 δολάρια το 2007 εκτιμάται ότι υποχώρησε σε 81.300 δολάρια το 2015.

Με το δημόσιο χρέος στο 182% για το 2016, αυξημένο κατά 44% στη διάρκεια της κρίσης, εύλογα οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων κινούνται ακόμη και σε σχέση με την Πορτογαλία 2,5 φορές υψηλότερα, ενώ το κόστος χρήματος για τις εταιρείες μέσω των εταιρικών ομολόγων παραμένει στα ύψη, με ό,τι αυτό σημαίνει για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, αρκετές εκ των οποίων έχουν εξάλλου αποχωρήσει από τη χώρα.

Ακίνητα και τράπεζες

Στα χρόνια της κρίσης οι τιμές των ακινήτων υποχώρησαν κατά 45%, ενώ οι επενδύσεις σε κατοικίες από το 11% του ΑΕΠ το 2008 έπεσαν κάτω του 1% σήμερα. Οι μετοχές σημείωσαν πτώση 90%, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις κατέρρευσαν από το 23,7% το 2007 στο 11,6% το 2015. Οι καταθέσεις των τραπεζών μειώθηκαν στο μισό καθώς χάθηκαν 112 δισ. ευρώ, ενώ την ίδια ώρα τα «κόκκινα» δάνεια εκτινάχθηκαν στα 109 δισ. ευρώ ή περίπου στο 50% του συνόλου των δανείων.

Υστερα από τρεις μάλιστα ανακεφαλαιοποιήσεις, συνολικού ύψους 60 δισ. ευρώ περίπου, και το εγχώριο τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει, έστω και μερικώς, την οικονομία, καθώς για κάθε 100 ευρώ χορηγήσεων θα πρέπει να δεσμεύσει το απαγορευτικό ποσό των 50 ευρώ. Εχοντας χάσει τις καταθέσεις και την πρόσβαση στις αγορές, ο κλάδος εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χρηματοδότηση του ευρωσυστήματος.
Με το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών να παραμένει βαθιά αρνητικό (γύρω στο -6% του διαθέσιμου εισοδήματος) και με τα συνεχιζόμενα capital controls να περιορίζουν τις εξαγωγές, είναι απίθανο να εισέλθει σύντομα η ελληνική οικονομία σε ισχυρούς ρυθμούς διατηρήσιμης ανάπτυξης. Είναι ενδεικτικό ότι οι οικονομολόγοι με βάση τα σημερινά δεδομένα θεωρούν πως η οικονομία βρίσκονται εγκλωβισμένη σε μια περίοδο ισχνής ή στάσιμης ανάπτυξης που δεν φθάνει να καλύψει τα μεγάλα ανοίγματα της οικονομίας και της κοινωνίας.

Απαιτούνται επενδύσεις 100 δισ.

Εξάλλου, καθώς οι επενδύσεις κατέρρευσαν, εκτιμάται πια ευρέως ότι η χώρα χρειάζεται πάνω από 100 δισ. ευρώ επενδύσεις την επόμενη επταετία για να διατηρηθεί σε θετική αναπτυξιακή πορεία, επενδύσεις που στη σημερινή συγκυρία μπορούν να χρηματοδοτηθούν κυρίως μόνο από το εξωτερικό, εφόσον βέβαια η χώρα καταφέρει και θελήσει κάποτε να γίνει πιο φιλική προς την επιχειρηματικότητα. Για τους διεθνείς επενδυτές πάντως η χώρα παραμένει στο περιθώριο, όπως και η εμπιστοσύνη στο ναδίρ, ενώ οι πολιτικές ισορροπίες συνεχίζουν να προβληματίζουν.

Η πολιτική ανασφάλεια

Αν και οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν απώλειες στη δημοτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ και άνοιγμα της ψαλίδας με τη ΝΔ, εν τούτοις οι κυβερνητικοί βουλευτές παραμένουν συμπαγείς και εντυπωσιακά πιστοί, εκτίμησε η Citigroup, θεωρώντας πως η συγκυρία δεν ευνοεί τις πρόωρες εκλογές.

Ωστόσο, η αποδυνάμωση της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αυξήσει τη μικροπολιτική και τις διαμάχες στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη αξιολόγηση, και από τις δύο πλευρές που βρίσκονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Από την άλλη πλευρά, σχολιάζοντας μια ενδεχόμενη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση του χρέους που θα μπορούσε να συμφωνηθεί ως το τέλος του έτους, εκτίμησε πως μικρές μειώσεις στις πληρωμές τόκων που οφείλονται σε ESM / EFSF μπορεί όντως να συμφωνηθούν πριν από το τέλος του 2016, αλλά κάτι τέτοιο δεν αναμένεται να κάνει τη διαφορά στην ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, που είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομική συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα και για την απόφαση της ΕΚΤ να συμπεριλάβει την Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE).

Τα παραπάνω δεικνύουν πως η χώρα βρίσκεται ακόμη μακριά από το να ξεφύγει από τη στενωπό, ενώ όπως σημειώνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ), η οικονομική ύφεση, στην οποία έχει βυθιστεί η Ελλάδα, αποτελεί γενεσιουργό αιτία για τον μετασχηματισμό του κυρίαρχου πολιτικο-οικονομικού μοντέλου, που χτίστηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή είναι εξαιρετικά αργή και επίπονη και προωθείται κυρίως από τους δανειστές - μέσω των Μνημονίων - στη βάση της αιρεσιμότητας (μεταρρυθμίσεις έναντι οικονομικής βοήθειας), κάτι που δείχνει την έλλειψη «ιδιοκτησίας» («ownership») των αλλαγών που συντελούνται στην Ελλάδα.
 
 
 
του Τάσου Μαντικίδη
ΒΗΜΑ
.