Βούλγαροι και Σκοπιανοί ιερείς ζητούν ... ελληνικές ενορίες στην παραμεθόριο

Χωρίς καθόλου ιερείς ή με κάποιους υπερήλικες ξέμειναν εκατοντάδες απομακρυσμένα χωριά της χώρας μας, γεγονός που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν γειτονικές χώρες οι οποίες μας προτείνουν

 να στείλουν δικούς τους παπάδες για να ανοίγουν τις εκκλησίες μας και να τελείται η Θεία Λειτουργία.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές του «Εθνους», ιερείς από τη Βουλγαρία και τα Σκόπια έχουν προτείνει σε ελληνικά χωριά, που βρίσκονται πολύ κοντά στα σύνορά τους, να τα «ενισχύσουν» ώστε να μη μένουν οι εκκλησίες κλειστές και οι κάτοικοι να μπορούν να εκκλησιάζονται, κάτι που αποτελεί μεγάλη ανάγκη για όλους τους πιστούς και κυρίως τους ηλικιωμένους οι οποίοι δεν μπορούν να μετακινηθούν εύκολα σε άλλες περιοχές προκειμένου να πάνε στην εκκλησία.
«Είναι μεγάλο πρόβλημα να μην υπάρχουν ιερείς. Οι άνθρωποι χρειάζονται να πάνε στην εκκλησία, να παρακολουθήσουν τη λειτουργία και ιδιαίτερα την Κυριακή, να εξομολογηθούν και να λάβουν τη Θεία Κοινωνία. Αυτή την ανάγκη εκμεταλλεύονται οι γείτονες χώρες και κάνουν προτάσεις να μας ''βοηθήσουν'', κάτι βέβαια που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό σε καμία περίπτωση» υπογραμμίζει στο «Εθνος» υψηλόβαθμο στέλεχος της Εκκλησίας. Την έλλειψη σε ιερείς επιβεβαιώνει και ο μητροπολίτης Αλεξανδρούπολης Ανθιμος, ο οποίος τόνισε ότι «στη δική μας Μητρόπολη υπάρχουν αυτήν τη στιγμή κοντά στα σύνορα 10 χωριά που δεν έχουν ιερέα. Οι κάτοικοι διαρκώς διαμαρτύρονται και ζητούν ακόμη και από βουλευτές να ικανοποιήσουν το αίτημά τους, αλλά όπως είναι γνωστό προσλήψεις δεν γίνονται. Προσπαθούμε να βρούμε λύσεις αλλά υπάρχουν δυσκολίες. Για παράδειγμα να στέλνουμε ιερείς από διπλανές ενορίες τις καθημερινές, αλλά ο κόσμος θέλει τη λειτουργία της Κυριακής και φυσικά στις μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα κ.λπ.».
Οπως συμπληρώνει ο μητροπολίτης Ανθιμος, για τους λόγους αυτούς παλαιότερα είχε ζητήσει από λαϊκούς εφόσον το επιθυμούν να γίνουν εθελοντές ιερείς, χωρίς μάλιστα να φορούν ράσα στην καθημερινή τους ζωή. Η προσπάθεια αυτή όμως δεν προχώρησε, αφού τελικά μόνο ένας δημόσιος υπάλληλος της περιοχής χειροτονήθηκε ιερέας.
Το πρόβλημα της έλλειψης ιερέων επισημαίνει στο «Εθνος» και ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων Γ. Καλαντζής, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και ένα ακόμη πρόβλημα, αυτό της μεγάλης ηλικίας των ιερέων. «Με δεδομένο ότι δεν γίνονται προσλήψεις ούτε στην Εκκλησία, έχουμε πρόβλημα σε πολλές περιοχές που δεν διαθέτουν ιερείς να ανοίξουν τους ναούς. Την ίδια στιγμή, όπως οι περισσότεροι είναι πλέον μεγάλης ηλικίας και ενώ θεωρητικά μπορούν να βγουν στη σύνταξη, δεν το κάνουν γιατί εκτός των άλλων έχουν πολλές υποχρεώσεις απέναντι στους πιστούς. Πολλοί όταν μπορούν συντηρούν μόνοι τους και τις εκκλησίες, βάφουν, κάνουν ανακαινίσεις, πάρα το γεγονός ότι στην πλειονότητά τους είναι μεγάλοι σε ηλικία. Σε πολλές ενορίες ένας παπάς πρέπει να εξυπηρετεί ακόμη και τέσσερα χωριά».
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, αυτήν τη στιγμή στην Εκκλησία της Ελλάδος υπηρετούν συνολικά 8.406 ιερείς. Από αυτούς περίπου 350 άτομα υπηρετούν σε διάφορες Μητροπόλεις ανά τον κόσμο. Για τη μισθοδοσία τους το κράτος δαπανά, όπως τονίζει ο κ. Καλαντζής, περίπου 180-200 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
Αυτήν τη στιγμή στην Εκκλησία της Ελλάδος υπηρετούν συνολικά 8.406 ιερείς
Αυτήν τη στιγμή στην Εκκλησία της Ελλάδος υπηρετούν συνολικά 8.406 ιερείς
Επίσης όπως καθιστά σαφές ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων, η καταβολή της μισθοδοσίας των κληρικών πραγματοποιείται απευθείας από το Δημόσιο προς τους ίδιους τους κληρικούς. Δεν μεταβιβάζονται χρήματα του Δημοσίου στις Ιερές Μητροπόλεις για τον παραπάνω σκοπό, ούτε προβλέπεται στον ετήσιο προϋπολογισμό εξόδων του κράτους οποιαδήποτε τακτική επιχορήγηση προς τους φορείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, της Εκκλησίας της Κρήτης ή των Ιερών Μητροπόλεων των Δωδεκανήσων. Συνεπώς, οι Ιερές Μητροπόλεις δεν διαχειρίζονται «δημόσιο χρήμα».
Ο ίδιος μάς υπενθυμίζει ότι η μισθοδοσία του ορθόδοξου κλήρου όπως και η χρηματοδότηση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης αποτελούν υποχρεώσεις της πολιτείας, που η ίδια διακήρυξε στα κείμενα των Επαναστατικών Εθνοσυνελεύσεων των Αντιπροσώπων του Ελληνικού Λαού (1822, 1829) σε αντάλλαγμα της παραχώρησης της εκκλησιαστικής περιουσίας στο Δημόσιο.
Ιστορική αναδρομή στο Μακεδονίκο
Ιερή αρπαχτή ή γραφικός αλυτρωτισμός των γειτόνων;
Η προθυμία κληρικών από τη FYROM και τη Βουλγαρία να τελέσουν λειτουργίες σε ελληνικές εκκλησίες φαντάζει περισσότερο απόπειρα προσπορισμού ενός γρήγορου μεροκάματου παρά αλυτρωτικό απομεινάρι με εθνικιστικά ελατήρια. Σε κάθε περίπτωση η διαπιστούμενη από ιεράρχες υποστελέχωση ακριτικών εκκλησιών δεν προσφέρεται για «αρπαχτές». Αλλά ούτε και μπορεί να αποτελέσει μέσο πίεσης για ενδεχόμενες προσλήψεις κληρικών, σε μια στιγμή που ο Ελληνας πολίτης εξακολουθεί να συντηρεί ένα πανάκριβο Δημόσιο, χειμαζόμενος φορολογικά.
Εν τέλει το ιστορικό φορτίο της περιοχής είναι από μόνο του απαγορευτικό για κακόγουστα παιχνίδια.
Για να πιάσουμε την ιστορία από την αρχή: Η αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού αρχίζει να απασχολεί τον ελληνισμό της Μακεδονίας γύρω στα 1860 και σταδιακά θα πυροδοτήσει μία από τις πιο ταραγμένες περιόδους της μακεδονικής Ιστορίας.
Η προβολή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας αρχικά εκδηλώθηκε με αιτήματα καθαρά εκκλησιαστικής μορφής, όπως η χρησιμοποίηση της σλαβονικής στην Εκκλησία και η αντικατάσταση Ελλήνων αρχιερέων με Βούλγαρους. Σύντομα οι Βούλγαροι ζητούν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την ίδρυση ανεξάρτητης Εκκλησίας και τον προσδιορισμό των ορίων δικαιοδοσίας τους στη Μακεδονία και τη Θράκη. Και ύστερα από 10 χρόνια διαπραγματεύσεων, το 1870 με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύεται τελικά η Βουλγαρική Εξαρχία.
Στο φιρμάνι αυτό υπάρχει μια διάταξη, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα προσθήκης και άλλων, πέραν των αρχικώς ορισθεισών, μητροπόλεων στην Εξαρχία, αρκεί τα δύο τρίτα των ορθόδοξων κατοίκων μιας περιφέρειας να έχουν εκδηλώσει σχετική επιθυμία. Η διάταξη δημιουργούσε το έδαφος για οξύτατο φυλετικό ανταγωνισμό. Και όταν το Πατριαρχείο θα κηρύξει την Εξαρχία σχισματική, η ελληνοβουλγαρική διένεξη στις διαφιλονικούμενες περιοχές της Μακεδονίας μπήκε σε φάση ρήξης. Η επίθεση της Βουλγαρίας στράφηκε κατά κύριο λόγο εναντίον του ελληνικού κλήρου της περιοχής, ο οποίος ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες τόνωσης και στήριξης του Ελληνισμού.
Οι αρχικές απαιτήσεις σύντομα μεταβλήθηκαν σε πογκρόμ. Και έως το 1900 η κατάσταση στη Μακεδονία είχε καταστεί χαώδης. Στα μισά αν όχι περισσότερα χωριά μεγάλων περιφερειών, ακόμα και σε χωριά που δεν είχαν προσχωρήσει στο Σχίσμα, οι εκκλησίες παρέμεναν κλειστές ενώ άλλες φορές οι ιερείς αναγκάζονταν να λειτουργούν στη σλαβική.
Θα χρειαστεί να φτάσει το 1903 ώστε οι φωνές απόγνωσης και οι εκκλήσεις από το εσωτερικό της Μακεδονίας να αρχίσουν να κάμπτουν την έως τότε παθητική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης.
Η δράση των Βουλγάρων κατά του Ελληνισμού
Κατά την περίοδο των ετών 1897 - 1906 οι Βούλγαροι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έκλεισαν πολλές από τις εκκλησίες και τα σχολεία των Ελλήνων της Μακεδονίας, κατά τα τέλη του 1904 κατέλαβαν τις εκκλησίες των Ελλήνων της περιοχής του Αίμου, ενώ κατά τη διάρκεια των ετών 1915 - 1918 λήστευσαν και κατέστρεψαν τις ελληνικές βιβλιοθήκες της Ανατολικής Μακεδονίας.
ethnos.gr