(Επανά-)προσεγγίζοντας το φαινόμενο της ισλαμικής τρομοκρατίας: Είναι πολιτική δράση;

Η παρούσα ανάλυση επιδιώκει να προσεγγίσει το ζήτημα της τρομοκρατίας από ένα διαφορετικό πρίσμα, το οποίο να θέτει ως πρωταρχικό στόχο την εξήγηση και κατανόηση των
κοινωνικών συνθηκών στις οποίες οφείλεται η εμφάνισή του.

Γράφει η Χριστιάννα Δ. Λιούντρη* 


Ξεφεύγει από τη βασική τάση που συνδέει την τρομοκρατία με μία εγγενή εκδήλωση του Ισλάμ. Αντίθετα, επιχειρείται να αναδειχθεί η διαχρονικότητα της τρομοκρατίας ως πολιτικής δράσης. Μία επιστημονική προσέγγιση της τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία είναι ένα σύνθετο φαινόμενο το οποίο δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένο από τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες καθώς επίσης και από την ψυχολογία του κοινωνικού συνόλου όπως αυτή καταγράφεται σε μία δεδομένη στιγμή. Εμπίπτει στην κατηγορία της πολιτικής βίας, η οποία πολιτική βία πρέπει να προσεγγίζεται στο ευρύτερο φάσμα της πολιτικής δράσης – δράσης τόσο αυτών που έχουν κρατική εξουσία όσο και μη-κρατικών δρώντων

Η ετυμολογική ανάλυση της λέξης δηλώνει το κράτος του τρόμου. Κοινώς, την κυριαρχία του συναισθήματος του φόβου σε ένα δεδομένο κοινωνικό σύνολο που συνεπάγεται την λήψη αποφάσεων στη βάση ψυχικών εκδηλώσεων και όχι στη βάση της λογικής. Είναι γεγονός ότι η «τρομοκρατία», ανάλογα το πολιτικό/κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου εκδηλώνεται, ενέχει διαφορετική νοηματοδότηση κάτι που δυσχεραίνει -σε συνδυασμό με τα κρατικά συμφέροντα- την διατύπωση ενός διεθνούς κοινώς αποδεκτού ορισμού που θα δίνει συγκεκριμένες αιτίες για την εμφάνιση του φαινομένου. Η ίδια η πολυπλοκότητα της όπως και η ετερογένειά της εμποδίζουν την προσπάθεια εξαντλητικής καταγραφής των αιτίων που οδηγούν στην ριζοσπαστικοποίηση ατόμων και ομάδων, που θα χρησιμοποιήσουν την τρομοκρατία ως πολιτική δράση(εν προκειμένω, την ριζοσπαστικοποίηση την ορίζουμε ως μία διαδικασία απονομιμοποίησης του συστήματος από τον ιδιώτη, μία σταδιακή απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς που οδηγεί στην ολοένα και μεγαλύτερη καταφυγή στην ομάδα παρά στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο).

Ο DavidRapoport (1), μελετώντας το φαινόμενο της τρομοκρατίας και προσπαθώντας να το κατηγοριοποιήσει, εντόπισε τέσσερις -μέχρι στιγμής- ευρύτερες εκφάνσεις του, ανάλογα ακριβώς με την ιστορική περίοδο και το εκάστοτε κοινωνικό αίτημα: η αναρχική τρομοκρατία (Ρωσία, τέλη 19ου αιώνα), η αντι-αποικιακή (Αφρική, Μέση Ανατολή, Νότιος Ειρηνικός), η νέα αριστερή και η θρησκευτική. Κάθε ένα από αυτά τα κύματα, όπως τα ονομάζει ο Rapoport, είχε δικό του σκοπό και στρατηγική, κάθε ένα είχε αφετηριακό σημείο ένα δραματικό διεθνές γεγονός το οποίο ενέπνευσε στους νέους την ελπίδα για μία ριζική αλλαγή της τρέχουσας κατάστασης ενώ δεν πρέπει να παραγνωριστεί ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα συνέβαλαν στην αποτελεσματικότητα και την επιρροή της τρομοκρατικής δράσης. Χαρακτηριστικά η χρήση των Social media και του διαδικτύου έχει συντελέσει σημαντικότατα στην ταχύτατη διασπορά του μηνύματος και της δράσης του ISIS, διευρύνοντας έτσι το κοινό στο οποίο μπορεί να απευθυνθεί, με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά δύσκοληη πρόληψη τρομοκρατικών επιθέσεων, καθώς ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να δράσει ως «μοναχικός λύκος»και οπουδήποτε θα μπορούσε να σχηματιστεί ένας τζιχαντιστικός πυρήνας.

Μέχρι στιγμής, η ακαδημαϊκή κοινότητα προσεγγίζει το φαινόμενοστη βάση τριών επιπέδων ανάλυσης (2). Το πρώτο επίπεδο (micro-level) είναι το ατομικό, στο οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε ζητήματα σχετικά με την ατομική ταυτότητα, την αποτυχημένη ενσωμάτωση, την περιθωριοποίηση, την διάκριση και την κοινωνική ταπείνωση, τα οποία αθροιστικά προκαλούν συναισθήματα αδικίας και ανάγκης για εκδίκηση. Στο δεύτερο επίπεδο (meso-level), εξετάζουμε το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου, το οποίο λειτουργεί ως ο χαμένος κρίκος ανάμεσα στο άτομο και την ομάδα του, η οποία επίσης συλλήβδην στοχοποιείται και βιώνει την κοινωνική απαξίωση και περιθωριοποίηση και η οποία δύναται να οδηγήσει, ιδιαίτερα τους νέους, σε τρομοκρατικές δράσεις.

Σε τρίτο επίπεδο (macro-level), εστιάζουμε στον ευρύτερο ρόλο της κυβέρνησης και της κοινωνίας: ειδικά την πόλωση της κοινής γνώμης, το επίπεδο του κομματικού ανταγωνισμού και διαλόγου, τις σχέσεις μεταξύ της πλειοψηφικής και της μειοψηφικής ομάδας που απαρτίζουν την κοινωνία, κυρίως όμως την έλλειψη κοινωνικών και οικονομικών ευκαιριών για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, η οποία έλλειψη (μπορεί να) οδηγεί στην δραστηριοποίηση και στην ενδεχόμενη ριζοσπαστικοποίηση των «αποκλεισμένων», οι οποίοι μπορεί να επιλέξουν τρομοκρατικές μεθόδους για να αμυνθούν ενάντια στην κοινωνική αδικία που υφίστανται.

Είναι σαφές ότι το τρίτο επίπεδο είναι το πλέον (πολιτικά) ευαίσθητο, δεδομένου ότι πολλές φορές η κρατική απάντηση στο φαινόμενο της τρομοκρατίας εδράζεται σε ένα πλαίσιο στο οποίο αλληλεπιδρούν οι ευρύτερες κοινωνικές προκαταλήψεις / στερεότυπα και η επίσημη κυβερνητική θέση για την αντιμετώπιση της ριζοσπαστικοποίησης, με αυτήν την αλληλεπίδραση να καταλήγει στη διάκριση και τον ανεπιθύμητο περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών. “Politics of fear”. MME και Πολιτικός Καιροσκοπισμός (3) Η τελευταία αυτή παρατήρηση μας οδηγεί στο να εξετάσουμε τον όρο “politicsoffear” («πολιτική του φόβου»), ο οποίος εισήχθη έντονα στην καθημερινότητά μας ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, χαρακτηριστικότερα με την “Patriot Act” η οποία εγκαθίδρυσε μία παρατεταμένη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στις ΗΠΑ, εις βάρος των (ατομικών) ελευθεριών και της δημοκρατίας.

Τον όρο αυτόν τον χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τις συνέπειες στην κοινωνική και πολιτική ζωή του κοινωνικού συνόλου εναντίον του οποίου στρέφονται οι τρομοκρατικές πράξεις. Πρόκειται για την εισαγωγή του φόβου στην καθημερινότητα του ατόμου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σκεφτεί ορθολογικά και να μην μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις ανεπηρέαστα –θεμελιώδες πλήγμα στη δημοκρατία. Περαιτέρω, διαπιστώνουμε κατ’ επανάληψη ότι οι πολιτικοί χρησιμοποιούν την τρομοκρατική απειλή για να (εκ)φοβίσουν το ακροατήριό τους ώστε να εξυπηρετήσουν το (βραχυπρόθεσμο) πολιτικό τους συμφέρον, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της τακτικής αυτής. Συγκεκριμένα, ξεκινάει μία διαδικασία κατά την οποία τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης χρησιμοποιούν το φόβο για να κατασκευάσουν ειδήσεις και να διαμορφώσουν το λαϊκό αίσθημα, με τις πολιτικές ελίτ να χρησιμοποιούν αυτόν τον κατασκευασμένο φόβο για να χειραγωγήσουν το πλήθος και να εξασφαλίσουν τον κοινωνικό έλεγχο και να επιτύχουν τους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς τους στόχους.

Το βασικό επιχείρημα εν προκειμένω είναι ότι ο φόβος στην κοινωνία δεν προκύπτει ως λογικό επόμενο αλλά κατασκευάζεται και διαχειρίζεται από πολιτικούς δρώντες που έχουν στόχο να προωθήσουν τους κομματικούς τους στόχους, καθώς επίσης και να διαμορφώσουν ευρύτερες κοινωνικές δυναμικές που διαπλέκονται με την εθνική ταυτότητα. Αυτή την πολιτική του φόβου την διατηρούν και την ενισχύουν συστημικές δυνάμεις οι οποίες συνδέονται με την βιομηχανία που καταπολεμά την τρομοκρατία. Πέρα από τους προφανείς ωφελούμενους (η βιομηχανία όπλων που καταγράφει σημαντικότατα κέρδη αφενός από επεμβάσεις καταπολέμησης τρομοκρατικής απειλής στο εξωτερικό αφετέρου με τον εξοπλισμό των αστυνομικών δυνάμεων στο εσωτερικό – είναι γνωστή η επιρροή του εν λόγω λόμπι τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη) υπάρχουν και αφανείς: φαρμακοβιομηχανίες που προμηθεύουν εμβόλια και στολές προστασίας, ιδιωτικές εταιρείες παροχής ασφάλειας που προσλαμβάνονται για να ενισχύσουν τα μέτρα ασφαλείας σε αεροδρόμια, μετρό κλπ, εταιρείες παροχής συστημάτων παρακολούθησης, επιστήμονες, ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι…

Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η τρομοκρατία, τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί κερδίζουν από την παραγωγή και την χειραγώγηση του κοινωνικού φόβου απέναντι σε μία ξαφνική και απρόβλεπτη εκδήλωση πολιτικής βίας και από αυτή την άποψη υπάρχει μία συμβιωτική σχέση μεταξύ της τρομοκρατίας από τη μία και των θεσμικών φορέων που καλούνται να την αντιμετωπίσουν από την άλλη. Το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί, όταν παίζουν το χαρτί του φόβου, ενδυναμώνουν την τρομοκρατία και πολλαπλασιάζουν την επίδρασή της πολύ πέρα από τις αντικειμενικές της δυνατότητες να προκαλέσει υλική ζημία. Πράγματι, αν εξετάσουμε το τι έχει ακολουθήσει τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, παρατηρούμε ότι πολιτικοί,ειδικά από τη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος, έχουν χρησιμοποιήσει το φαινόμενο της τρομοκρατίας για να καλλιεργήσουν τον φόβο στις κοινωνίες τους, ενισχύοντας έτσι τις διαιρετικές τομές ανάμεσα στην κυρίαρχη εθνική ομάδα και τις μειονοτικές, οι οποίες έχουν προκύψει από προηγούμενα μεταναστευτικά κύματα προς την Ευρώπη.

Καιροσκοπικά και ατεκμηρίωτα συνδέουν την άφιξη μεταναστών και προσφύγων από τις μαστιζόμενες από πόλεμο μεσανατολικές χώρες με την ριζοσπαστικοποίηση μουσουλμανικών μειονοτήτων των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης, παραβλέποντας ότι τα άτομα που προέβησαν στις τρομοκρατικές επιθέσεις δεν ήταν Σύριοι, Ιρακινοί τζιχαντιστές αλλά μετανάστες δεύτερης γενιάς που βιώνουν τον οικονομικό και κοινωνικό αποκλεισμό στην χώρα τους, η οποία τους στερεί ευκαιρίες να βελτιώσουν το επίπεδο ζωής τους ενώ ποδηγετεί την κοινωνική τους ανέλιξη – είναι γεγονός ότι οι μετανάστες που ήρθαν στην Ευρώπη τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν ανειδίκευτοι και απασχολήθηκαν σε πρωτογενείς τομείς παραγωγής. Τα παιδιά τους όμως συμμετείχαν στο εκπαιδευτικό σύστημα και διεκδικούν – θεωρητικώς- ισάξια μία θέση στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας, την οποία στερούνται άνευ προφανούς λόγου και αιτίας. Οι κοινωνικές αγκυλώσεις, τα προσκόμματα που βρίσκουν στην ανέλιξή τους σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα προσκρούει στο θεμέλιο των δυτικών κρατών που πρεσβεύει την πολιτειακή και πολιτική ισότητα. Ο αποκλεισμός αυτός επιδρά αρνητικά στα άτομα αυτά τα οποία δύνανται να ριζοσπαστικοποιηθούν και ενδεχομένως να καταφύγουν σε τρομοκρατικές μεθόδους ως τελευταίο μέσο (πολιτικής) άμυνας και δράσης.

Τρομοκρατία και μετανάστευση. Η κοινωνική πρόσληψη της τρομοκρατίας και ειδικά η επί του παρόντος αποκλειστική σύνδεσή της με το Ισλάμ έχει επηρεάσει με αρνητικό πρόσημο τις πολιτικές και τη ρητορική αναφορικά με τη μετανάστευση. Είναι δεδομένο ότι οι προσφυγικές ροές έχουν ενταθεί τα τελευταία δύο χρόνια δημιουργώντας άλλο ένα σημείο αντιπαράθεσης τόσο στους κόλπους της ΕΕ ως οντότητας όσο και σε κάθε κράτος – μέλος χωριστά. Η μέχρι τώρα πολιτική της Ευρώπης στο κομμάτι που αφορά τη διαχείριση κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά έχει αποτύχει. Βλέπουμε το όλο θέμα να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά στη βάση της ασφάλειας (“securitization”), εις βάρος μίας συλλογικής και ολιστικής προσέγγισης που να θέτει ως προμετωπίδα τον ανθρωπισμό, περιστέλλοντας δικαιώματα και ελευθερίες (κοινώς τον φιλελεύθερο χαρακτήρα των κοινωνιών μας) πλήττοντας έτσι τον πυρήνα αυτού που ονομάζουμε «Ευρώπη» και «Δύση».

Η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιμένει πρώτα να δει το πρόβλημα, να το αναλύσει και μετά να το θεραπεύσει (reactionaryfact-basedpolicies) (4). Αν εστιάσουμε λίγο περισσότερο στο θέμα της μετανάστευσης και δούμε πέρα από τα «κέντρα φιλοξενίας» μεταναστών και προσφύγων που κάνουν την εμφάνισή τους σε όλη την Ευρώπη,μπορούμε να κάνουμε λόγο για αποτυχία του εφαρμοζόμενου μοντέλου που αφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται θεσμικά οι μετανάστες και οι πρόσφυγες (5),(6): το κυρίαρχο μοντέλο εκπορεύεται από τη λογική της πολύ-πολιτισμικότητας, πολιτικής που διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1970 και ενθάρρυνε την διατήρηση των κουλτούρων που διαφοροποιούνταν από την κυρίαρχη εθνική και ήταν δημοφιλής τόσο στη Βόρεια Αμερική όσο και στη Δυτική Ευρώπη. Περιγραφικά, η πολύ-πολιτισμικότητα αναφέρεται στην παρουσία εντός μίας κοινωνίας πολλών διαφορετικών θρησκευτικών, εθνικών και φυλετικών ομάδων. Η πολύ-πολιτισμικότητα επιβεβαιώνει την διαχρονική σημασία της εθνικής και πολιτικής συναίσθησης της κυρίαρχης ομάδας και υποστηρίζει τις μειονότητες μέσω της αναγνώρισης δικαιωμάτων και της ισότιμης και δίκαιης εκπροσώπησής τους.

To βασικό αντεπιχείρημα στην πολύ-πολιτισμικότητα εντοπίζεται στο ότι αποδίδει αυξημένο ρόλο στην διαίρεση της κοινωνίας στη βάση του εθνικού στοιχείου εις βάρος της δέσμευσης σε μία κοινή δημοκρατική κουλτούρα. Στον αντίποδα, έχουμε τη λογική της αφομοίωσης/ενσωμάτωσης, σύμφωνα με την οποία οι νεοεισερχόμενοι πρέπει να υιοθετήσουν σταδιακά τις κυρίαρχες συνήθειες και πεποιθήσεις, με στόχο την διατήρηση της κοινωνικής αλληλεγγύης παρά την εθνική διαφοροποίηση.

Το αντεπιχείρημα σε αυτήν την περίπτωση κάνει λόγο για τον κίνδυνο να διολισθήσει η προσπάθεια αφομοίωσης σε μία ολοκληρωτική επίθεση εναντίον των παραδόσεων των μεταναστών και προσφύγων. Ψυχολογία του πλήθους και Κοινωνική Αναδραστικότητα. Είναι προφανές ότι αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη (αλλά και στην Αμερική, με την ρητορική του Τράμπ) υπάρχει μία τάση εσωστρέφειας, η οποία είναι αποτέλεσμα μίας συλλογικής κοινωνικής αντίδρασης. Συγκεκριμένα, μπορούμε να πούμε ότι η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει συμπλέγματα κατωτερότητας, ανεπάρκειας και ανημπορίας σε μία πλατιά (και επομένως κυρίαρχη) μάζα η οποία για να διασκεδάσει ακριβώς αυτά τα συναισθήματα στρέφεται ενάντια στην αμέσως ασθενέστερηκοινωνική ομάδα.

Πρόκειται για ένα παιχνίδι (κοινωνικής) ισχύος στο οποίο η ψυχοπαθολογία του ατόμου (συν-)διαμορφώνει την ψυχολογία του πλήθους. Για να αποφύγουμε την μονομερή ανάλυση, αξίζει να διερευνήσουμε και την ψυχολογία της άλλης πλευράς, δηλαδή εν προκειμένω των Μουσουλμάνων που ριζοσπαστικοποιούνται σε διάφορες περιοχές του λεγόμενου μουσουλμανικού κόσμου. Αναπόδραστα, πρέπει να το συνδέσουμε με την πολιτική και πολιτειακή κατάσταση: είναι πλείστες οι περιπτώσεις των αυταρχικών και δικτατορικών καθεστώτων ειδικά στην Μέση Ανατολή και δεδομένη η αποτυχία τους να εξασφαλίσουν στο λαό τους ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης.

Παραδείγματος χάριν, στην Αίγυπτο, την πολυπληθέστερη μουσουλμανική αραβική χώρα, βλέπουμε τον λαό να εξεγείρεται εναντίον ενός ηγέτη (Μουμπάρακ) γιατί, ανάμεσα στα άλλα, δεν καταφέρνει να του εξασφαλίσει επαρκή πρόσβαση στο βασικό αγαθό: το ψωμί (να θυμίσουμε ότι η Αίγυπτος αποτελούσε τον σιτοβολώνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας). Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος αλλά και η διαχρονικότητά του, η Μουσουλμανική Αδελφότητα ιδρύθηκετο 1928 και απέκτησε πλατιά κοινωνικά ερείσματα στις νότιες περιοχές της χώρας υποσχόμενη σιτάρι στο λαό. Η ορμή της ανακόπηκε λόγω του Νάσερ, εναντίον του οποίου στράφηκε όταν και εκείνος παρέκκλινε από τις σοσιαλιστικές του αρχές και έθεσε σε δεύτερη μοίρα τα συμφέροντα του λαού. Πλην όμως, το αίτημα παρέμενε ισχυρό και η Αραβική Άνοιξη αποτέλεσε την κορωνίδα αυτής της κοινωνικής πίεσης.

Εδώ ενδεχομένως βρίσκει εφαρμογή η θεωρία της κοινωνικής αναδραστικότητας, σύμφωνα με την οποία μία κοινωνική ομάδα η οποία καταπιέζεται ως προς μία βασική εκδήλωση της ταυτότητάς της απέναντι στην κυρίαρχη ομάδα (που ασκεί την εξουσία),ριζοσπαστικοποιείται όταν φτάσει σε οριακό (υπαρξιακό) σημείο. Εν προκειμένω, εντοπίζουμε το εξής: στην πλειοψηφία των περιπτώσεων μιλάμε για καθεστώτα των οποίων η ύπαρξη οφείλεται σε δυτικές δυνάμεις και τα οποία διατηρήθηκαν γιατί εξυπηρετούσαν ψυχροπολεμικές ανάγκες. Τα καθεστώτα αυτά διατηρήθηκαν στην εξουσία έχοντας δημιουργήσει δομές οι οποίες τους επέτρεπαν να καταπιέζουν τον λαό τους. Για να είναι δε αρεστοί στους συμμάχους τους, εμφάνιζαν έναν κοσμικό κρατικό χαρακτήρα με επιφανειακές δημοκρατικές διαδικασίες.

Η περιθωριοποίηση της θρησκείας επιβλήθηκε με απόφαση της ηγεσίας (up-to-bottomprocedure) και δεν προέκυψε ως συλλογική κοινωνική επιταγή. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οι Μουσουλμάνοι, τους οποίους το κράτος έχει απογοητεύσει, στρέφονται στο κομμάτι της ταυτότητάς τους, που για δεκαετίες καταπιέστηκε από τους κυβερνώντες, οι οποίοι απέτυχαν να τους εκπροσωπήσουν και να προασπίσουν τα συμφέροντά τους. Και εφόσον αυτό που απέρριπταν πρωτίστως ήταν η θρησκεία -καθόσον θα μπορούσε να δημιουργήσει συλλογικές αντισυσπειρώσεις- στρέφονται σε αυτήν για να βρουν τις λύσεις που δεν τους έδωσαν οι πολιτικοί. Η στροφή στη θρησκεία από μόνη της δεν είναι αρνητική. Αρνητικό (και επικίνδυνο) είναι το γεγονός ότι παραγκωνισμένοι εκπρόσωποι της θρησκείας βρίσκουν εύφορο έδαφος για να χειραγωγήσουν το πλήθος και ελέγχοντάς το να αποκτήσουν ισχύ, εδραιώνοντας έτσι τη θέση τους ως οι νέοι πυλώνες εξουσίας.


Απόφοιτος του τμήματος Διεθνών κ’ Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, φοιτήτρια Νομικής του ΕΚΠΑ, ερευνήτρια στο Παρατηρητήριο Ανατολικής Μεσογείου με ειδίκευση στη Μέση Ανατολή.

Πηγές:
(1) Rapoport, D. (2004) “The four waves of modern terrorism”, in A. Cronin and J. Ludes(Eds.), Attacking Terrorism: Elements of a Grand Strategy. Washington, DC:Georgetown University Press. (2)Schmid Alex, “Radicalisation, De-Rardicalisation, Counter-radicalisation: A conceptual discussion and Litterature Review”, International Centre for Counter-Terrorism-The Hague, March 2013. (3)Jackson, R. (2009) “The Study of Terrorism after 11 September 2001: Problems, Challenges and Future Developments”, Political Studies Review, 7(2): 171-184.
(4) Κοψαχείλης Βασίλης, Συνέντευξη σε ερευνητές του ΤΟ.Ρ.Ε.Ν.Ε., 21 Ιουλίου 2016.
(5) Collective Volume, “The politics of Global Migration”, Routledge ed., June 2016.
(6)Malik Kenan, “The failure of multiculturalism”, The Foreign Affairs Magazine, 01-03-2015, https://www.foreignaffairs.com/articles/western-europe/2015-03-01/failure-multiculturalism


mignatiou.com