Τα διαπλεκόμενα του «αβάτου»

«Το δικαστήριό σας καλείται να προσδιορίσει σήμερα τα όρια του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων»
Ευάγγελος Βενιζέλος (αγόρευση στο ΑΕΔ, 17/1/1985)
Αν για τις ίντριγκες του πολιτικού κόσμου οι διαθέσιμες πηγές αφθονούν, για τη διαπλοκή των κορυφών της δικαστικής με την πολιτική εξουσία τα γραπτά ντοκουμέντα σαφώς σπανίζουν.
Το γεγονός αυτό καθιστά πολλαπλά ενδιαφέρον το αποκαλυπτικό έγγραφο που φέρνουμε σήμερα στη δημοσιότητα.
Πρόκειται για ένα εκτενές «σημείωμα» της Προεδρίας της Δημοκρατίας, το οποίο περιγράφει αναλυτικά τη μεθόδευση που δρομολόγησε εν έτει 1985 ο τότε Πρόεδρος Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνεννόηση με τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου και την ηγεσία της Ν.Δ. του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, για τη διαχείριση της κρίσης που είχε εκδηλωθεί στην κορυφή του δικαστικού σώματος, κατά τη συζήτηση περί αντισυνταγματικότητας του ριζοσπαστικού νόμου-πλαίσιο της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ για τα ΑΕΙ.

Ο «αντισυνταγματικός» εκσυγχρονισμός

Το ιστορικό της δικαστικής εκείνης διαμάχης είναι λίγο-πολύ γνωστό.
Οταν ο εκσυγχρονιστικός Ν. 1268 του 1982 κατάργησε την ακαδημαϊκή φεουδαρχία της «έδρας», οργάνωσε το σώμα των διδασκόντων σε ενιαίο φορέα με τέσσερις βαθμίδες και θέσπισε τη συμμετοχή λεκτόρων, διοικητικού προσωπικού και φοιτητών στη διοίκηση των ΑΕΙ, ορισμένοι πρωτοβάθμιοι καθηγητές, κάτοχοι «εδρών», προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας με το επιχείρημα πως ο νόμος παραβίαζε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοτέλεια των ΑΕΙ, που στα μάτια τους ταυτιζόταν με τους κατόχους (συχνά από άτυπη κληρονομική διαδοχή) των «εδρών».
Στις 3 Φεβρουαρίου 1984, το Γ' Τμήμα του ΣτΕ έκρινε με μικρή πλειοψηφία αντισυνταγματικές μια σειρά διατάξεις του νόμου, παρέπεμψε όμως την υπόθεση για τελική κρίση στην ολομέλεια του σώματος.
Η ετυμηγορία της τελευταίας εκδόθηκε στις 28 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς και έκρινε αντισυνταγματική τη συμμετοχή των λεκτόρων στα εκλεκτορικά σώματα και την ενιαία εκπροσώπησή τους με τους άλλους καθηγητές, ενώ για τη φοιτητική συμμετοχή έθεσε ως προαπαιτούμενο τη νομοθετική ρύθμιση της λειτουργίας των φοιτητικών συλλόγων.
Τρεις μέρες νωρίτερα, το Α' Τμήμα του Αρείου Πάγου είχε ωστόσο αποφανθεί, με αφορμή μιαν άλλη προσφυγή, πως οι διατάξεις του νόμου-πλαίσιο ήταν απόλυτα συνταγματικές.
Βάσει σχετικής πρόβλεψης του Συντάγματος, την αντιφατική αυτή νομολογία κλήθηκε να ξεκαθαρίσει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Γεώργιος- Αλέξανδρος Μαγκάκης.
Μαζί με τη συνταγματικότητα του Ν. 1268, το ΑΕΔ κλήθηκε ταυτόχρονα να αποφανθεί επί της προσφυγής κάποιου πολίτη που ζητούσε την έκπτωση του πανίσχυρου τότε υπουργού Εσωτερικών Μένιου Κουτσόγιωργα από το βουλευτικό αξίωμα, με το επιχείρημα ότι στη διάρκεια της βουλευτικής του θητείας (1983) είχε δεχτεί την παραχώρηση αγροτεμαχίου του Δημοσίου στη Ροδινή Αχαΐας.
Ο υπουργός αντέτεινε πως η αγορά είχε γίνει σε ανύποπτη εποχή (1962) κι ότι το 1983 απλώς ολοκληρώθηκαν κάποιες τυπικές διαδικασίες της μεταγραφής.
Αυτό που φυσικά δεν είπε, ήταν πως εκείνη την εποχή, όχι μόνο δεν είχε γίνει ακόμη «σοσιαλιστής», αλλά ήταν και μέλος του αθέατου παρακρατικού προπαγανδιστικού μηχανισμού της καραμανλικής ΕΡΕ.
Η πρώτη συνεδρίαση του ΑΕΔ, στις 22 Νοεμβρίου 1984, αναβλήθηκε με το επιχείρημα της ξαφνικής αδιαθεσίας ενός από τους δικαστές (Αναστάσιος Μαρίνος), γεγονός που παραλίγο να μετατρέψει τον χώρο του ανώτατου δικαστηρίου σε αρένα.

Η «μεθόδευση» της Προεδρίας

Στο άδυτο της Αθηναϊκής Λέσχης έγινε -για λόγους «προστασίας του απορρήτου»- η πρώτη συνάντηση Καλοδούκα-Μαγκάκη (7/1/1985)
Στο άδυτο της Αθηναϊκής Λέσχης έγινε -για λόγους «προστασίας του απορρήτου»- η πρώτη συνάντηση Καλοδούκα-Μαγκάκη (7/1/1985)
Τη συνέχεια της υπόθεσης, μέχρι την επανάληψη της διαδικασίας στις 17 Ιανουαρίου 1985, την πληροφορούμαστε από το σημείωμα που εντοπίσαμε στο Αρχείο Καραμανλή (Φ. 65Β, φ. 581-588) και δημοσιεύουμε: ένα πυκνογραμμένο οκτασέλιδο δακτυλόγραφο με ημερομηνία 21/1/1985 και την υπογραφή του διευθυντή του νομικού γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας (και επίτιμου αντιπροέδρου του ΣτΕ) Διονυσίου Καλοδούκα, που είχε αναλάβει τη διεκπεραίωση της όλης «μεθόδευσης».
Με προσεκτικές διατυπώσεις αλλά άκρως αποκαλυπτικές παραδοχές, ο Καλοδούκας περιγράφει λεπτομερώς όλα τα στάδια των παρεμβάσεών του, σε συνεργασία με τον υπουργό Δικαιοσύνης που είχε πάρει σχετική εντολή από τον πρωθυπουργό, προκειμένου να εκτονωθεί η ένταση στους κόλπους του ΑΕΔ και να «διαφυλαχθεί το κύρος της Δικαιοσύνης».
Εγχείρημα που, όπως γράφει, στέφθηκε τελικά από απόλυτη επιτυχία, γεγονός που ο ίδιος αποδίδει υμνητικά στη «σωφροσύνη» του προϊσταμένου του.
Διαβάζοντας το ντοκουμέντο δεν θα πρέπει πάντως να μας διαφεύγει ότι, παρά τη θριαμβολογία του, πρόκειται ουσιαστικά για ένα απολογητικό κείμενο, που επιχειρεί να νομιμοποιήσει μια παρέμβαση που είχε ήδη ξεφωνηθεί δημόσια.
Πώς εξαφανίζεται μια είδηση: από την πηχυαία έκρηξη για τις νύξεις Βολτή (15/1) και τη χουντική επέλαση στη Δικαιοσύνη (16/1), στην εξαφάνιση ακόμη και της συζήτησης στο ΑΕΔ από την πρώτη σελίδα, που καταλαμβάνεται ξαφνικά από την... κακοκαιρία (18/1).
Οπως διαπιστώνουμε από τις εφημερίδες της 15/1/1985, η γραπτή δήλωση του αρεοπαγίτη Γεωργίου Βολτή, πως υποβάλλει αίτηση αυτοεξαίρεσης «ανταποκρινόμενος και εις το γενικώτερον ενδιαφέρον, το οποίον εξεδήλωσεν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διά την διαφύλαξιν του κύρους της Δικαιοσύνης», έγινε δεκτή με πρωτοσέλιδη κατακραυγή για «Παρέμβαση Καραμανλή στη Δικαιοσύνη» («Βήμα») και «Ανάμιξη Καραμανλή» («Νέα»).
 Η «Καθημερινή», πάλι, αποσιώπησε από την πρώτη στιγμή το ζήτημα της προεδρικής παρέμβασης (15/1)
Η «Καθημερινή», πάλι, αποσιώπησε από την πρώτη στιγμή το ζήτημα της προεδρικής παρέμβασης (15/1)
Αλλες πάλι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες προτίμησαν να καταγγείλουν την αποκάλυψη, αποφαινόμενες πως «Ο χουντικός Γ. Βολτής προσβάλλει τον Πρόεδρο» («Εθνος»), στο ίδιο μήκος κύματος με τον υπουργό Δικαιοσύνης που έσπευσε να χαρακτηρίσει «περίεργο» αυτόν τον ισχυρισμό. Η «Καθημερινή», τέλος, έκρινε σκοπιμότερο να λογοκρίνει σιωπηλά τη δήλωση Βολτή.
Η ικανοποίηση που εκφράζεται στο σημείωμα Καλοδούκα για τη στάση του Τύπου αφορά έτσι περισσότερο τη θεαματική (κι εμφανώς διατεταγμένη) αναδίπλωση των εντύπων που κατήγγειλαν αρχικά την προεδρική πρωτοβουλία, παρά κάποια ομόθυμη συναίνεση υπέρ αυτής της τελευταίας.
Η επίφαση της προεδρικής ουδετερότητας και οι προσεκτικές αλλά εμφανώς μεροληπτικές κρίσεις του συντάκτη δύσκολα συγκαλύπτουν, άλλωστε, την εμφανή μέριμνα του ίδιου και του εντολέα του για προστασία του άκρως συντηρητικού σκληρού πυρήνα του ανώτατου δικαστικού σώματος, «σε διαρκή επαφή», όπως ο ίδιος γράφει, με την αξιωματική αντιπολίτευση της Ν.Δ.
Οχι μόνο απέκρυψαν συνειδητά κάποιες πληροφορίες από την κυβέρνηση, προκειμένου να διατηρηθεί ο επιθυμητός συσχετισμός στο ΣτΕ, αλλά η Ν.Δ. αποδεικνύεται επίσης σε θέση να εμποδίζει με το βέτο της κάποιους χειρισμούς –σε αντίθεση με την κυβέρνηση, οι «αξιώσεις» της οποίας δέχονται κάποια στιγμή «κατηγορηματικά αρνητική απάντηση», με το επιχείρημα ότι θα «καθιστούσαν ετεροβαρή τον συμβιβασμό».
Πίσω από τις εύσχημες διατυπώσεις του «σημειώματος», μόνο να φανταστούμε μπορούμε άλλωστε το ακριβές περιεχόμενο των πολύωρων και πολυήμερων διαβουλεύσεων με τους ανώτατους δικαστικούς που περιγράφονται εκεί, και την επιχειρηματολογία που επιστρατεύθηκε εκατέρωθεν στη διάρκεια αυτών των τελευταίων.
Από το περιεχόμενο των αιτήσεων εξαιρέσεως που περιγράφεται στον φιλοκυβερνητικό Τύπο διαπιστώνουμε, πάντως, ότι αυτές ως κύριο κώλυμα επικαλούνταν κατά κανόνα το χουντικό παρελθόν συγκεκριμένων δικαστικών.
Σχετικές καταγγελίες είχαν δει το φως της δημοσιότητας ήδη από την εποχή της αρχικής απόφασης του Γ' Τμήματος (π.χ. «Αυγή» 12/2/1984).
Ακόμη και κάποια «προσωπικά προηγούμενα» του δικαστή Πετρόχειλου με τον Κουτσόγιωργα -που υπέβαλε αίτηση εξαίρεσής του- στην περίοδο της χούντας ανάγονταν, όταν ο τελευταίος ζήτησε από τον πρώτο αναστολή έκτισης της ποινής του για λόγους υγείας, αλλά αυτός τον έδιωξε κακήν κακώς («Τα Νέα» 17/1/1985, σ. 1).
Αλλά και οι δικηγόροι της Ν.Δ. παρόμοια επιχειρηματολογία αντιπαρέβαλλαν, τεντώνοντας εσκεμμένα την έννοια του «χουντικού» κι αναγορεύοντας κάθε παλιό μέλος του ΣτΕ σε συνεργάτη της δικτατορίας, με το επιχείρημα πως είχε μετάσχει στην τεχνική επεξεργασία των χουντικών νόμων και διαταγμάτων.
Είναι προφανές, λοιπόν, πως αυτό που από τον Καλοδούκα περιγράφεται σαν ενδεχόμενο «μοιραίο πλήγμα στα θεμέλια της Δικαιοσύνης», ήταν κυρίως οι πολιτικές και θεσμικές συνέπειες από τη δημόσια έκθεση του μητρώου του δικαστικού σώματος επί «εθνοσωτηρίου».

Η ετυμηγορία

Αθήνα 11/2/1984. Διαδήλωση της ΕΦΕΕ ενάντια στην απόφαση του ΣτΕ
Αθήνα 11/2/1984. Διαδήλωση της ΕΦΕΕ ενάντια στην απόφαση του ΣτΕ
Η τελική ετυμηγορία του ΑΕΔ, μετά τη σύνταξη του σημειώματος Καλοδούκα, επιβεβαίωσε στην πράξη αυτόν τον εκ των πραγμάτων «ετεροβαρή συμβιβασμό».
◼ Την 1η Μαρτίου 1985 το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα έκπτωσης του Κουτσόγιωργα, αποδεχόμενο πλήρως την επιχειρηματολογία του υπουργού Εσωτερικών.
◼ Στις 2 Μαΐου 1985 κρίθηκαν αντισυνταγματικές δύο διατάξεις του Ν. 1268, σχετικές με την ισότιμη συμμετοχή των λεκτόρων με τους υπόλοιπους καθηγητές στα εκλεκτορικά σώματα των ΑΕΙ.
Οπως επιθυμούσε η κυβέρνηση, προκειμένου να μην τιναχτεί στον αέρα η υφιστάμενη δομή και λειτουργία των ιδρυμάτων, η απόφαση δεν είχε αναδρομική ισχύ.
Μικρή αλλά αξιοσημείωτη λεπτομέρεια: μεταξύ των συνηγόρων των ΑΕΙ στη δίκη συγκαταλεγόταν και ο νεαρός τότε νομικός Βαγγέλης Βενιζέλος.
Με μια αγόρευση που «έκανε να κρέμονται από τα χείλη του και τα μέλη του ΑΕΔ και το ακροατήριο», διαβάζουμε στην «Ελευθεροτυπία» της επομένης (18/1/1985), υποστήριξε πως το ανώτατο δικαστήριο καλούνταν, επί της ουσίας, «να προσδιορίσει τα όρια του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων».

Ο «επικίνδυνος διασυρμός» της Δικαιοσύνης, η προεδρική «μεσολάβηση» και η «αποδεκτή μεθόδευση»






Τάσος Κωστόπουλος
efsyn.gr
.