Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: «Προβληματικός ο Νίκος Φίλης - Δεν πιστεύω στα αίματα αλλά δεν θα μείνω με σταυρωμένα χέρια - Είμαι πλέον επιφυλακτικός στην ανέγερση τζαμιού»

Η συνέντευξη του προκαθήμενου της ελληνικής εκκλησίας θέτει μία σειρά ζητήματα που θα συζητηθούν - Οι θέσεις του για το μάθημα των θρησκευτικών, το χωρισμό κράτους - εκκλησίας και τους πρόσφυγες - Ο Τσιπρας, ο Καμμένος και ο Κουτσούμπας
Ο Νίκος Φίλης αποτελεί τον «μεγάλο αντίπαλο» του αρχιεπισκόπου κ. Ιερώνυμου. Η «βεντέτα» που επί πολλούς μήνες δείχνει να εξελίσσεται μεταξύ του Αρχιεπισκόπου και του υπουργού Παιδείας λαμβάνει νέες διαστάσεις μετά τα όσα είπε ο κ. Ιερώνυμος στη συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Σκάι. Ο Αρχιεπίσκοπος, παράλληλα, προσπάθησε να αποσυνδέσει τον πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα και τον Αντιπρόεδρο κ. Πάνο Καμμένο από τις θέσεις του κ. Φίλη. Την ίδια ενώ δηλώνει ότι δεν «πιστεύει στα αίματα» προειδοποιεί ότι δεν θα μείνει με «σταυρωμένα χέρια» σε θέματα αρχών και πίστης.
«Ο πρωθυπουργός στις συζητήσεις μας μου είπε και ξαναείπε ότι δε θα κάνουμε τίποτα, μολονότι είμαστε η Αριστερά αν δεν το συζητήσουμε και καταλήξουμε στο τι θέλουμε» είπε ο κ. Ιερώνυμος και πρόσθεσε: «Δυστυχώς, ο κ. Φίλης - του ζητώ συγγνώμη και από αυτή τη θέση - , είναι ένας προβληματικός άνθρωπος. Άλλα λέει το βράδυ, άλλα λέει το πρωί. Είναι ασυνεπής. Και το λέω αυτό ως Αρχιεπίσκοπος. Είναι ασυνεπής στις σχέσεις του και στα λόγια του».

Σε δύο σημεία της συνέντευξης του ο κ. Ιερώνυμος δήλωσε ότι δεν πιστεύει στα «αίματα» και είναι ανοιχτός στον διάλογο αλλά ταυτόχρονα προειδοποίησε για την στάση του όταν θίγονται οι αρχές του.


«Εγώ δεν πιστεύω, στα αίματα. Δεν πιστεύω στις συγκρούσεις. Πιστεύω στη συνεργασία. Και αυτό το έδειξα σε όλη μου τη ζωή. Αλλά δεν κάνω πίσω στις αρχές μου. Θα βρω τρόπο, έστω και επικίνδυνο τρόπο, αλλά θα μείνω στις βασικές μου αρχές, στη θέση μου και θα τις υπερασπιστώ μέχρι τέλους. Και οι αρχές μου δεν είναι μικρές αξίες, αυτά τα καθημερινά, τα δημοσιονομικά που έρχονται και παρέρχονται, είναι μεγάλα θέματα όπως είναι η πίστη μας στις αξίες, όπως είναι η πατρίδα μας και ο κίνδυνος του ανθελληνισμού και του αποχριστιανισμού, είναι φανερός πια», είπε ενώ σε άλλο σημείο τόνισε: «Δεν είναι του χαρακτήρα μου. Δεν αγαπώ τα αίματα, δεν αγαπώ τις συγκρούσεις, για αυτό ακριβώς και στο πέρασμά μου και από την επαρχία και εδώ που είμαι δεν αρνήθηκα τον διάλογο και το λόγο με όλους τους πολιτικούς. Και με τον κ. Παπανδρέου και με τον κ. Καραμανλή και με τον κ. Σαμαρά. Και τώρα με τον κ. Τσίπρα. Γιατί; Διότι εκτιμώ τα πρόσωπα, εκτιμώ τις προσπάθειες τους, βλέπω τα λάθη τους και τα δικά μου και προσπαθώ μέσα από τις συζητήσεις μου να επισημάνω τα λάθη και να προτείνω τις δικές μου λύσεις και περιμένω. Αν τα πράγματα πάνε σε αδιέξοδο, ασφαλώς δε θα μείνουμε με κλειστά τα μάτια και με δεμένα τα χέρια».

Ο Τσίπρας και ο Κουτσούμπας
Ο Αρχιεπίσκοπος επιβεβαίωσε ότι είχε σχέσεις με τον κ. Αλέξη Τσίπρα πριν γίνει πρωθυπουργός όπως και ότι ο Πάνος Καμμένος του δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνάντησης που διεξήχθη στο Μέγαρο Μαξίμου πως θα ρίξει την κυβέρνηση εάν του το ζητούσε. «Η αλήθεια», τόνισε, «είναι ότι με τον κ. Τσίπρα έχουμε γνωριστεί πριν ακόμη ανέβει η δύναμις του και πριν ακόμη γίνει πρωθυπουργός. Συνεχίζουμε να έχουμε κατά καιρούς ορισμένες συναντήσεις, σας είπα ότι μέσα μου υπερισχύει πιο πολύ το ειρηνικό πνεύμα παρά το πολεμικό. Οι συζητήσεις μας είναι πάντοτε δημιουργικές. Βέβαια, αποφεύγουμε να μην είναι συνέχεια σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας και αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις, υπάρχει και μεγάλο πεδίο συζητήσεως...που έχει ανάγκη και ο Αρχηγός του Κράτους, που έχει ανάγκη και ο αρχηγός, ο υπεύθυνος μάλλον της Εκκλησίας. Αν δεν καθοριστούν αυτές οι βάσεις, και αν δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που θέλουμε δε μπορούμε να κάνουμε καλή συζήτηση. Και εδώ είναι το πραγματικά μεγάλο πρόβλημα νομίζω, από τη δική μου πλευρά το πρόβλημα της Ελλάδας γιατί δεν είδα ποτέ υπευθύνους, υψηλά ισταμένους, σε ένα στρογγυλό τραπέζι να κουβεντιάσουν για θέματα ουσιαστικά».
Αναφερόμενος στον Πάνο Καμμένο τόνισε ότι: «πρέπει να είμαστε δίκαιοι, ευθύς, το ομολόγησε. Είπε «αν μου πείτε Μακαριότατε, δε συμφωνείτε, δε θέλετε, εγώ ρίχνω την κυβέρνηση αύριο το πρωί».Και μάλιστα παρακάλεσε να μη φύγουμε από αυτόν τον χώρο - σχεδόν μετά δακρύων - αν δε βρούμε λύση γιατί ο τόπος χρειάζεται συναίνεση για να προχωρήσουμε».
Ταυτόχρον, αναφερόμενος στην αριστερή διακυβέρνηση τόνισε «ο λαός τους ψήφισε, ο λαός θα απολαύσει τα καλά και τα κακά και στο συγκεκριμένο θέμα. Ποιο λόγο έχει ο πρωθυπουργός, η Αριστερά, ο Κομμουνισμός - αν θέλετε - να έχει λόγο στα εκκλησιαστικά πράγματα; Ολόκληρη ιστορία ποιος θα πάρει το παγκάρι της Ευαγγελιστρίας, του ναού της Τήνου...Και την καλύτερη απάντηση την έδωσε το ΚΚΕ. Και από τα κόμματα όλα το ΚΚΕ. Ο κ. Κουτσούμπας. Και τον συγχαίρω από αυτή τη θέση. Είπε "δε μπορώ να καταλάβω ένα κομμουνιστικό κόμμα, μία Αριστερά, τι δουλειά έχει στο παγκάρι της Εκκλησίας;"»

«Δεν έχουμε ακραίους και Ταλιμπάν»
Στην ερώτηση εάν υπάρχουν ακραίες φωνές στην Εκκλησία ο αρχιεπίσκοπος απάντησε «Όχι, ούτε ακραίους έχουμε, ούτε Ταλιμπάν. Έχουμε ανθρώπους, οι οποίοι βλέπουν με έναν άλλο τρόπο πολλά θέματα. (...) Κοιτάξτε, η Εκκλησία είναι ο κατ’ εξοχήν δημοκρατικός χώρος αυτή τη στιγμή στην Ιεραρχία, ένας χώρος που ακούει όλες τις απόψεις. Και δε μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς. Με παίρνουν πολλοί και μάλιστα πολιτικοί και μου λένε «μα, δε βλέπετε τι κάνει αυτός εκεί ο αρχιερεύς, ή ο παπάς ή ξέρω ‘γω...δεν τον βγάζετε από τη θέση του, δεν τον μεταθέσατε. Όχι, δεν έχουμε το δικαίωμα. Εμείς έχουμε τη Σύνοδο. Αυτός που θέλει και έχει λόγο, θα στείλει γραπτό υπόμνημα, η Σύνοδος θα ορίσει ανακριτή και το αποτέλεσμα θα το κρίνει η Σύνοδος και η Ιεραρχία. Επομένως, δε μπορούμε να φιμώσουμε κανέναν. Θα λέει τις απόψεις του. Μπορεί στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις να του κάνουμε τις δικές μας συστάσεις, τις συναδελφικές, αλλά δεν μπορούμε να τον απομονώσουμε».

Όσον αφορά τον κ. Αμβρόσιο, ο κ. Ιερώνυμος διευκρίνισε: «Ο Αμβρόσιος επειδή είναι γνωστός μου, μαζί μεγαλώσαμε, σπουδάσαμε κ.λπ, δεν κάνει λάθος. Αυτά που επισημαίνει δεν είναι λάθη, είναι ο τρόπος με τον οποίο τα λέει και αυτό που του λένε. Αν ψάξουμε τα κείμενα και τα ψηλαφίσουμε και τα δούμε για το θέμα το κεντρικό που θίγει, δεν κάνει λάθος. Αλλά δεν είναι αυτός ο τρόπος ο κατάλληλος που μπορεί να ενεργήσει ένας ποιμένας».


Χωρισμός εκκλησίας - κράτους
«Ο χωρισμός κράτους - εκκλησίας είναι ένα από τα θέματα που γίνονται πολλές συζητήσεις και κανείς δεν ξέρει για ποιο πράγμα...», είπε ο Αρχιεπίσκοπος. «Από τη δική μου πλευρά. Στην Εκκλησία μας, στην Ορθοδοξία μας, δεν υπάρχει στην Αποστολή την ποιμαντική της σμός. Χωρίζω ποιον; Το παιδί μου; Στην Ελλάδα, και παντού βέβαια, αλλά στην Ελλάδα, οι πολίτες δημιουργούν το Κράτος. Υπάρχει μία σχέση. Η Εκκλησία γεννάει τους πολίτες. Μπορείτε να το καταλάβετε αυτό το πράγμα; Χθες βράδυ στον Άγιο Δημήτριο, στο Μπραχάμι, χιλιάδες άνθρωποι! Ποιος τους προέτρεψε να έρθουν εκεί πέρα; Λοιπόν τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι υπάρχει μία μητρική σχέση μεταξύ της Εκκλησίας και του λαού μας. Ποιος θα μας χωρίσει; Αν, όπως είπα στην Ένωση των Περιφερειακών, χωρισμό εννοεί «κρατικό χωρισμό», στη διοίκηση την κρατική, δε μας θέλουν, μας λένε να μην πηγαίνουμε. Π.χ να μην πάω στην παρέλαση, να μην πάω να δώσω τη διαβεβαίωση στο Κράτος, με γεια τους με χαρά τους. Εμένα δε με απασχολεί. Αύριο που είναι 28η Οκτωβρίου, και βλέποντας το κατάντημα εδώ στο μητροπολιτικό ναό στη γιορτή που γίνεται για τις 28 Οκτωβρίου, δεν αισθάνομαι την ανάγκη να πάω. Θα φύγω να πάω στη Λήμνο, να πάω οπουδήποτε αλλού. Δεν αισθάνομαι κάποια συγκίνηση. Επομένως, για εμάς δε μας πειράζει καθόλου η κρατική, καταλάβατε εσείς, κρατική σχέση. Εάν μας πουν ότι από το λαό, ε, δε θα το καταφέρουν, δε θα μπορέσουν. Διότι αυτό που είναι πολίτες για την κυβέρνηση, για το Κράτος, αυτό είναι πιστοί για εμάς».
Παράλληλα απαντώντας στην ερώτηση εάν θα είχε αντίρρηση να αναλάβει η Εκκλησία τη μισθοδοσία των κληρικών τόνισε ότι «Όπως είμαστε τώρα, ούτε σκέψη μπορεί να γίνει. Θα σας έλεγα όμως... Αυτά που ζούμε εμείς σήμερα, τα έζησαν άλλα Κράτη της Ευρώπης νωρίτερα. Και ιδιαίτερα η Γερμανία το 1803. Και με τον καιρό που πέρασε εξομαλύνθηκαν αυτές οι σχέσεις. Λοιπόν, εάν μας δώσει το Κράτος όλη την περιουσία, που μας έχει πάρει, όλη την περιουσία, είτε με συμβάσεις, με Νόμους, με ξέρω ‘γω οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες, τις δωρεές που έχουμε κάνει και ιδιαίτερα τις καταχρηστικές απαλλοτριώσεις από το 1920 – 1930, εάν μας τα δώσει αυτά τα πράγματα, μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι έκαναν και οι Γερμανοί. Είπαν οι Γερμανοί, δε μπορούμε τώρα να βρούμε όλη αυτή η περιουσία τι κάνει, δε μπορούμε όμως και να σας πληρώνουμε, αυτό που λέει εδώ πέρα, διότι δεν είστε δημόσιοι υπάλληλοι. Όμως, σας δίνουμε εφάπαξ κάθε χρόνο ένα ποσό που θα αντιμετωπίζετε τα έξοδα σας. Ξέρετε πόσο είναι μόνο το κεφάλαιο αυτό που παίρνουν οι δύο Εκκλησίες της Γερμανίας; Η προτεσταντική και η καθολική; Ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Πεντακόσια εκατομμύρια η κάθε μία, η καθολική και η προτεσταντική για να αντιμετωπίσουν τα έξοδα τους, πέρα από τη φορολογία την εκκλησιαστική, το kirchensteur και άλλες δωρεές που έχουν. Επομένως, εμείς εάν τεθεί το θέμα αυτό, ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο να καταγραφεί, να καταλογιστεί όλη αυτή η περιουσία...».


Επιφυλάσσομαι για το τζαμί
Για το μείζον θέμα της ανέγερσης τζαμιού στην Αθήνα ο κ. Ιερώνυμος, εκ της απαντήσεώς του, φαίνεται να αλλάζει την αρχική του θέση. Είπε χαρακτηριστικά: «Κοιτάξτε, ο μακαρίτης ο αρχιεπίσκοπος το είχε δεχτεί αυτό. Και εγώ όταν ήρθα είπα ναι, τώρα όμως είμαι πιο....ότι δεν είναι καιρός για τέτοια πράγματα. Θα μπορούσε να αναβληθεί κατά την δική μου την άποψη, έως ότου να ξεκαθαρίσει το θέμα των μουσουλμάνων. Θα μείνουν εδώ, δικαιούνται. Αν όμως είναι περαστικοί τι χρειάζεται; Τίποτα δε θα κάνουμε...Και αυτό να γίνει ποιος θα το διοικήσει; Πρώτον. Τι θα είναι αυτό; Θα είναι ένας τόπος προσευχής ή θα είναι ένας χώρος διδασκαλίας; Ποιος θα διδάξει τον μουσουλμανισμό; Είναι ένα πρόβλημα αυτό. Και ο άλλος ο κίνδυνος ότι θα γίνει αφορμή πολέμου μεταξύ των μουσουλμάνων. Στο τζαμί ποιοι θα πάνε; Θα πάνε οι Σιίτες, θα πάνε οι Σουνίτες; Θα πάνε οι άλλοι...θα πάνε από το Πακιστάν, που δεν πάνε στο Ιράν, από εκεί θα αρχίσει ένας άλλος καυγάς εσωτερικός, που η κυβέρνηση, όποια θα είναι, υπουργός όποιος θα είναι θα έχει πολύ μεγάλους...αλλά και ο ελληνικός λαός θα υποφέρει. Επομένως είναι μια μεγάλη δοκιμασία, ένα μεγάλο πρόβλημα και πρέπει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Γι’ αυτό η δική μου θέση, η προσωπική, δεν μιλάω, δεν εκπροσωπώ κανέναν, είμαι επιφυλακτικός. Πρέπει να δούμε πού θα καταλήξει αυτό το θέμα και στη συνέχεια να επιβάλλουμε όρους στη θεωρία. Και μην ξεχνάμε ότι όσοι έρχονται εδώ και χθες είχαν έρθει από τις Βρυξέλλες και κουβεντιάζαμε, όλοι μιλάνε για τους μουσουλμάνους, για βοήθεια στους μουσουλμάνους αλλά υπονοούν ότι θα μένουν στην Ελλάδα. Να βοηθάμε αλλά αυτοί να βάζουν πασσάλους και σύρματα για να μην πηγαίνουν εκεί πέρα οι Μουσουλμάνοι. Επομένως το πρόβλημα είναι όπως είχα πει και άλλοτε και λυπάμαι που το επαναλαμβάνω, είναι ένα πρόγραμμα που έχει προγραμματιστεί και εκτελείται κατά γράμμα».