Ανησυχία στις Βρυξέλλες για αποτελεσματικότητα της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας

Καθώς έχουν περάσει ήδη επτά περίπου μήνες μετά τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, πολύ λίγοι πρόσφυγες έχουν σταλεί από την Ελλάδα στην Τουρκία, ενώ επικρατεί εκνευρισμός στις
Βρυξέλλες, λόγω των αυξανόμενων κρουσμάτων βίας στα υπερπλήρη κέντρα φιλοξενίας.

Η συμφωνία του Μαρτίου διαμορφώθηκε έτσι ώστε να μειωθεί ο αριθμός των μεταναστών που εισέρχονται από την Τουρκία, μετά την είσοδο πάνω από ενός εκατομμυρίου μεταναστών στην Ευρώπη το περασμένο έτος.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η ΕΕ χαρακτήρισε την Τουρκία ως μία «ασφαλή τρίτη χώρα» επιστροφής, ακόμα και για περιπτώσεις προσφύγων που χρήζουν προστασίας, ως θύματα πολέμου, ενώ η Τουρκία συμφώνησε στην επανεισδοχή των προσφύγων, με αντάλλαγμα μια σειρά παραχωρήσεων από την ΕΕ.

Την ίδια περίοδο, οι Βαλκανικές χώρες έκλεισαν τα σύνορά τους, έτσι ώστε οι μετανάστες να παγιδευθούν στην Ελλάδα και να μη μπορέσουν να συνεχίσουν την πορεία τους προς τη Βόρεια Ευρώπη.

Μέχρι τώρα, σε ένα σημαντικό ποσοστό, ο στόχος της διακοπής των προσφυγικών ροών έχει επιτευχθεί. Μόνο 17.000 άνθρωποι έχουν εισέλθει από την Τουρκία, περίπου οι μισοί από αυτούς Σύροι, μετά την υπογραφή της συμφωνίας, πολύ λιγότεροι από τους εκατοντάδες χιλιάδες που εισήλθαν στην Ελλάδα το προηγούμενο έτος.

Ωστόσο, προκειμένου η συμφωνία να λειτουργήσει σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους και εμπειρογνώμονες, οι πρόσφυγες θα πρέπει να σταλούν πίσω στην Τουρκία. Όσο εκείνοι που εισέρχονται, έχουν τη δυνατότητα παραμονής στην Ελλάδα, υπάρχει ο φόβος ότι θα αποφασίσουν να έρθουν ακόμη περισσότεροι.

«Υπάρχει η λεγόμενη αποτρεπτική επίδραση. Εάν όσοι εισήλθαν επιστραφούν, θα αναγκάσουν τους υπολοίπους να σκεφτούν δύο φορές πριν επιχειρήσουν το ίδιο», δήλωσε ο Τζέιμς Κερ-Λίντσεϊ, ειδικός σε Νοτιοευρωπαϊκά ζητήματα από το London School of Economics.

Μετά τη συμφωνία, μόνο περίπου 700 άτομα έχουν επιστρέψει, μόλις το 4% του συνόλου. Από αυτούς, οι περισσότεροι ήταν οικονομικοί μετανάστες από χώρες όπως το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές και οι οποίοι έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς να ζητήσουν άσυλο. Περίπου 70 άτομα από όσους έκαναν αίτημα παροχής ασύλου στην Ελλάδα, εγκατέλειψαν τη διαδικασία και ζήτησαν να αποχωρήσουν. Οι υπόλοιποι βρίσκονται ακόμη στην Ελλάδα, ενώ αποτελούν εύκολη λεία για τους λαθρεμπόρους, οι οποίοι τους προσφέρουν τη μεταφορά τους προς τη βόρεια Ευρώπη.

Περίπου 61.000 μετανάστες βρίσκονται ακόμα διάσπαρτοι σε όλη την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων 15.900 σε υπερπλήρη κέντρα φιλοξενίας στα νησιά, στα οποία καταγράφονται βίαιες διαμαρτυρίες λόγω των πολύμηνων καθυστερήσεων, καθώς περίπου 2.500 άτομα καταφθάνουν στην Ελλάδα κάθε μήνα. Τα κέντρα πλέον φιλοξενούν τον τριπλάσιο αριθμό μεταναστών μετά την υπογραφή της συμφωνίας και ύστερα, ενώ τα κέντρα είναι δομημένα ώστε να φιλοξενήσουν τους μισούς μετανάστες από όσους φιλοξενούν τώρα.

Ευθύνες επιρρίπτει η ΕΕ στην Ελλάδα για αναποτελεσματικότητα

«Ο στόχος της επιστροφής των μεταναστών έχει ως επί το πλείστον παρεμποδιστεί από τον αργό ρυθμό της επεξεργασίας των αιτήσεων ασύλου από την Ελληνική Υπηρεσία Ασύλου», ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε έκθεση της.

«Περαιτέρω προσπάθειες απαιτούνται επειγόντως από την ελληνική διοίκηση ώστε να εδραιωθεί η σταθερή ικανότητα επαναπροώθησης των εισερχομένων μεταναστών, η οποία αποτελεί βασικό αποτρεπτικό παράγοντα στην παράτυπη μετανάστευση και στη λαθρεμπορία».

Η Αθήνα απαντά ότι βρίσκεται σε αυξημένη πίεση και αδυνατεί να επιταχύνει την επίπονη διαδικασία της αξιολόγησης των αιτήσεων ασύλου, ενώ ζήτησε από την ΕΕ να στείλει περισσότερο προσωπικό. Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι λένε ότι δεν θα παράσχουν βοήθεια, εάν δεν προσπαθήσει η Ελλάδα να βελτιώσει περισσότερο το σύστημα της.

Οι συνεντεύξεις ανάμεσα στους αιτούντες άσυλο και τους υπαλλήλους που εμπλέκονται στη διαδικασία, αποδεικνύουν ότι το ελληνικό στελεχιακό δυναμικό βρίσκεται υπό έντονη πίεση. Ωστόσο, η γραφειοκρατία, η αναποτελεσματικότητα και η έλλειψη ενιαίου σχεδίου σε όλα τα κέντρα φιλοξενίας αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για τη μακρόχρονη παραμονή των προσφύγων.

Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις ισχυρίζονται ότι ο αναποτελεσματικός συντονισμός ευθύνεται για την κακή κατάσταση στα νησιά, ένα συμπέρασμα το οποίο προκύπτει και από την έκθεση της Επιτροπής, η οποία κάλεσε την Ελλάδα να αναπτύξει ενιαίο σύστημα διαχείρισης των κέντρων φιλοξενίας

Τα κέντρα συνήθως διοικούνται από τις τοπικές αρχές ή την κυβέρνηση, ενώ η επιλογή και οι συνεντεύξεις διεξάγονται κατά κύριο λόγο από υπαλλήλους της Frontex και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO).

Οι αιτούντες άσυλο λένε ότι λαμβάνουν αντιφατικές πληροφορίες και βρίσκονται σε σύγχυση λόγω της έλλειψης διερμηνέων. Για παράδειγμα, σε ένα κέντρο φιλοξενίας χρησιμοποιήθηκε τηλεβόας για να κληθούν τα άτομα στις συνεντεύξεις. Όσοι δεν τον είχαν άκουσει, έχασαν τη σειρά τους.

Αξιωματούχοι της Frontex και της EASO φτάνουν σε ακραία σημεία προκειμένου να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα ή για να ελέγξουν το ιστορικό ενός αιτούντος άσυλο. Κάποιος που δεν έχει καμία τεκμηρίωση και ισχυρίζεται ότι είναι από τη Συρία, για παράδειγμα, θα κληθεί να αναφέρει δρόμους, να εντοπίσει τα χαρακτηριστικά σημεία ή να ξεχωρίσει συριακά νομίσματα από μια χούφτα με νομίσματα από διαφορετικέ χώρες.

Σκληρή γραφειοκρατία

Η μεγάλη αναμονή και η εξαθλίωση που επικρατεί σε ορισμένα κέντρα, έχουν μετατρέψει την απογοήτευση σε βία. Στη Χίο και τη Λέσβο τις τελευταίες ημέρες, οι αιτούντες άσυλο επιτέθηκαν στα γραφεία της EASO για να διαμαρτυρηθούν λόγω των καθυστερήσεων.

Η EASO έχει 202 υπαλλήλους στην Ελλάδα, ενώ έχει ζητήσει 100, ενώ τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν έχουν ακόμη ανταποκριθεί, όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος της EASO Ζαν-Πιέρ Σεμπρί, ενώ η Ελλάδα έχει κατ’επανάληψη ζητήσει περισσότερο στελεχιακό δυναμικό.

Το ελληνικό νομικό σύστημα επιτρέπει μια περίπλοκη διαδικασία εφέσεων, η οποία σύμφωνα με την ΕΕ, είναι πολύ αργή. Η Ελλάδα ανταποκρίθηκε τον Ιούνιο, στέλνοντας περισσότερους δικαστές σε θέσεις είτε της Ύπατης Αρμοστεία ή της Ελληνικής Επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τα νέα διοικητικά συμβούλια φαίνεται να είναι μόνο ελαφρώς ταχύτερα, καθώς λήφθηκαν 35 αποφάσεις τον πρώτο μήνα, σε σύγκριση με 72 από τα παλιά διοικητικά συμβούλια κατά τους τρεις πρώτους μήνες της συμφωνίας, σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η έκθεση ωστόσο δεν διευκρίνισε ποιες αποφάσεις είχαν λάβει.

Το πιο αμφιλεγόμενο μέρος της διαδικασίας είναι να καθοριστεί εάν τα άτομα με έγκυρες υποθέσεις ασύλου θα μπορούν με ασφάλεια να επιστρέψουν στην Τουρκία, κάτι που αποτελεί βασικό σημείο της συμφωνίας του Μαρτίου. Τα νέα συμβούλια προσφυγών έχουν ασχοληθεί με τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις, ενώ η μία έχει μέχρι στιγμής έχει φθάσει στο ανώτατο ελληνικό δικαστήριο, σύμφωνα με την έκθεση της ΕΕ.





euractiv.gr
.