Παιδιά και Διαζύγιο - Άρθρο από το Κεντρικό Ιατρείο Αθηνών της ΕΛ.ΑΣ

Συμβουλευτική καθοδήγηση για την ομαλότερη μετάβαση και καλύτερη προσαρμογή των παιδιών στη νέα πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται μετά το διαζύγιο των γονέων και
ενδεικτική βιβλιογραφία  για παιδιά (και γονείς).

Το διαζύγιο επιφέρει μια σαρωτική αλλαγή στη ζωή ενός παιδιού  και προκαλεί διαφορετική αντίδραση ανάλογα με την ηλικία.  


Πώς αντιλαμβάνονται τα παιδιά την αλλαγή στη ζωή τους, που επέρχεται κατ΄ ανάγκην λόγω του διαζυγίου των γονέων; τι  σκέφτονται και πώς αισθάνονται  γι αυτή τη νέα πραγματικότητα και τι επιρροή ασκεί η σκέψη και το συναίσθημά τους  στην εκδήλωση ψυχικών/σωματικών συμπτωμάτων, αλλά και δυσλειτουργικών συμπεριφορών; ποια συμπτώματα και ποιες συμπεριφορές είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές;
Η ανακοίνωση ενός διαζυγίου γκρεμίζει  τον κόσμο των παιδιών,  δημιουργεί σύγχυση, αίσθημα ανασφάλειας,  επηρεάζει σημαντικά την αυτοεκτίμηση τους, την κοινωνική και συναισθηματική τους προσαρμογή.  
Τι μπορούμε ως γονείς να κάνουμε ώστε να βοηθήσουμε να διαρκέσει όσο το δυνατό λιγότερο η μεταβατική περίοδος και να καταλήξει αυτή σε  ομαλή προσαρμογή σε μια νέα συνθήκη; Tι μπορούμε ως γονείς να κάνουμε ώστε το διαζύγιο να μη στιγματίσει την πορεία ανάπτυξης ισόρροπης και ολοκληρωμένης  προσωπικότητας των παιδιών μας, αλλά να επιτρέψει την αυτοπραγμάτωσή τους ως ενήλικες; 
Α.- Οι σκέψεις που τα παιδιά κάνουν αναφορικά με την πραγματικότητα του διαζυγίου εγείρουν ανάλογα συναισθήματα. Τα συναισθήματα αυτά,  αν δεν εκφραστούνδιαζυγιο 1 με τον κατάλληλο τρόπο και αν δεν τύχουν της δέουσας ανταπόκρισης από τους γονείς τότε βρίσκουν άλλους τρόπους εκδήλωσης μέσω της εμφάνισης ενοχλητικών σωματικών συμπτωμάτων ή / και  δυσλειτουργικών συμπεριφορών.    
Πώς μπορούμε να επηρεάσουμε τις σκέψεις που τα παιδιά κάνουν για το διαζύγιο ώστε  αλυσιδωτά να επηρεάσουμε τα συναισθήματα, τα σωματικά συμπτώματα  και τη συμπεριφορά τους; Αφενός, παρέχοντας λεκτικά τις απαραίτητες πληροφορίες, επεξηγήσεις  και διαβεβαιώσεις και αφετέρου με τη  συνέπεια  μεταξύ λόγων και έργων μας .   

i.) Σκέψεις που τα παιδιά κάνουν στην ανακοίνωση του διαζυγίου: 
·«Τρομακτικά» για το παιδικό μυαλό ερωτήματα αναφύονται: «Τι θα γίνει μετά;» «Αφού οι γονείς μου σταμάτησαν να αγαπούν ο ένας τον άλλον, μπορεί να χάσουν και την αγάπη τους για μένα;», «Τώρα που θα φύγει ο πατέρας μου από το σπίτι, τι θα γίνει αν χάσω και τη μητέρα μου;»  «Ποιος θα με φροντίζει;».

Τέτοιες σκέψεις εγείρουν →συναισθήματα όπως ανασφάλεια και  φόβο εγκατάλειψης.  

Σκέψεις του τύπου: «εγώ φταίω γιατί είμαι άτακτος/άτακτη», «φταίω γιατί δεν διαβάζω για το σχολείο» οδηγούν σε αίσθημα ενοχής. 
·Δύσκολα αποδέχονται τη μονιμότητα του διαζυγίου και  προσπαθούν να μειώσουν τον πόνο συντηρώντας την ελπίδα  με φαντασιώσεις  ότι με κάποιο τρόπο, κάποτε,  «αν συμπεριφέρομαι πιο φρόνιμα, ίσως η μαμά και ο μπαμπάς δεν χωρίσουν», «ίσως ο μπαμπάς επιστρέψει πίσω στο σπίτι και είμαστε όλοι μαζί όπως παλιά». 
·Ο έφηβος κάνει σκέψεις του τύπου:  «Αν αυτοί μπορούν να διαλύσουν το γάμο τους και να βάλουν πρώτα τους εαυτούς τους, τότε μπορώ κι εγώ να βάλω πρώτα τα θέλω μου». 
Πότε οι γονείς μιλούν στα παιδιά για την απόφαση διαζυγίου, πώς και τι πρέπει να πουν και να κάνουν;
Η προετοιμασία του παιδιού για τις επερχόμενες αλλαγές πρέπει να γίνεται αρκετές εβδομάδες πριν την υλοποίηση τους. Όσον αφορά την αναφερόμενη χρονική στιγμή ανακοίνωσης, εξαίρεση αποτελούν τα παιδιά προσχολικής ηλικίας και κάτω.  Τα παιδιά των ηλικιών αυτών δε διαθέτουν  τη γνωστική ωριμότητα να αντιληφθούν τον χρόνο, έχουν όμως το ίδιο δικαίωμα στην ενημέρωση, η οποία πρέπει να λαμβάνει χώρα την τελευταία εβδομάδα πριν τις εξελίξεις ή τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Ο λόγος είναι το γεγονός ότι αν τους ανακοινωθεί νωρίτερα, το χρονικό διάστημα που θα περάσει θα τους φανεί αρκετά μεγάλο ώστε να αναζωπυρωθούν οι σκέψεις ότι εν τέλει οι γονείς άλλαξαν γνώμη.
Θα πρέπει να γίνει αναλυτική ενημέρωση από τους δύο γονείς μαζί, με απλά λόγια, για το τι είναι διαζύγιο, τι θα σημαίνει αυτό για τη δική τους οικογένεια (μετακόμιση του ενός γονέα)και να γίνει επεξήγηση αυτής της αναγκαιότητας. Πρωτεύον είναι να διευκρινιστεί  το γεγονός πως το διαζύγιο αποτελεί χωρισμό των γονέων μεταξύ τους και όχι των γονέων και των παιδιών. Έτσι, να διασφαλιστεί το αίσθημα συναισθηματικής συνέχειας και συνέχειας αλληλεπίδρασης των παιδιών και με τους δύο γονείς. Οι γονείς πρέπει εξαρχής να κάνουν καθαρό πως τα αίτια αφορούν ΜΟΝΟ τους ίδιους και όχι τα παιδιά. Επίσης πως το παιδί δεν μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την απόφαση που πήραν οι μεγάλοι. 
Οι γονείς οφείλουν να δώσουν χρόνο και χώρο στα παιδιά για εξωτερίκευση των όποιων σκέψεων και είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να μην αποκρίνονται με φράσεις «δεν ξέρω», «θα δούμε», καθώς αυξάνουν την ανασφάλεια. Οι πληροφορίες που θα δώσουν στα παιδιά πρέπει να είναι εναρμονισμένες και όχι αντικρουόμενες.
Αν είναι εφικτό καλό είναι να συμμετάσχουν τα παιδιά στη διαδικασία ανεύρεσης της νέας κατοικίας και τη διακόσμηση του δωματίου τους σε αυτήν, ώστε να αρχίσουν να αναπτύσσουν οικειότητα με την ιδέα την απομάκρυνσης του γονέα, αλλά και με τον νέο χώρο, όπου θα περνούν και τα ίδια χρόνο με τον γονέα που θα μετακομίσει. 
ii.)Συναισθήματα: 
Τα συναισθήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά μπροστά στο διαζύγιο, δεν διαφέρουν και πολύ από εκείνα των περιπτώσεων απώλειας. Τα κυριότερα είναι η άρνηση, ο φόβος εγκατάλειψης, ο θυμός,(που οδηγεί σε συμπεριφορά  επιθετικότητας προς τους γονείς, τα αδέρφια αλλά και τρίτους). 
Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η ανάγκη του παιδιού να εκφράσει τα συναισθήματα του, τις απορίες του, τους φόβους του, να ενημερωθεί για το τι μέλει γενέσθαι, μιας και διακυβεύεται και το δικό του μέλλον. 
Ο καθησυχασμός των παιδιών είναι απαραίτητος (ανεξάρτητα με το διαζύγιο οι γονείς  θα τα αγαπούν  για πάντα). 
·Σημαίνουσα είναι η διατήρηση της σταθερότητας της καθημερινότητας του παιδιού στα υπόλοιπα επίπεδα. Το διαζύγιο αποτελεί παράγοντα ρευστότητας συνθηκών, συνεπώς  η συνέχεια των φιλικών συναναστροφών, του οικιακού και σχολικού περιβάλλοντος, των εξωσχολικών δραστηριοτήτων και εν γένει των συνηθειών του παιδιού πριν από αυτό, μπορούν να αποτελέσουν διευκολυντικούς, στην μετάβαση ,παράγοντες.
Για τον έφηβο η αυξανόμενη αφοσίωση στα προσωπικά ενδιαφέροντα και στην εκδήλωση  αυτονομίας  θα πρέπει να  «χαλιναγωγείται»μέσα από την ανάθεση υπευθυνοτήτων, την ενθάρρυνση ανάληψής τους και την επιδοκιμασία για την προσπάθεια.       
Στα πλαίσια της διατήρησης της σταθερότητας εντάσσεται η συνέχεια της κοινής γραμμής, των κανόνων ανατροφής, πειθαρχίας και η καλλιέργεια των αξιών που ίσχυαν πριν το διαζύγιο. Εξυπακούεται η τήρηση τους και από τους δύο γονείς, δίχως παρεκκλίσεις, που ενδεχομένως θα ακυρώσουν την εικόνα του έτερου γονέα στα μάτια του παιδιού και θα δημιουργήσουν χειριστική τάση προσκόλλησης στον λιγότερο αυστηρό γονέα.
Σημαντικό είναι οι γονείς να μη μεταβιβάσουν αρμοδιότητες συνδέσμου στο παιδί ή στα παιδιά, σε περίπτωση που υπάρχει αδυναμία σύγκλισης απόψεων
 και επουδενί να μην το/τα βάλουν σε θέση να διαλέξει/-ουν  με ποιo γονέα θα ταχθεί/-ούν. 
 Ιδιάζουσα περίπτωση είναι τα παιδιά με ειδικές ανάγκες ή ιδιαιτερότητες. Στην παρούσα περίπτωση η γονική δυάδα είναι πιο σημαντική σε καθημερινή σύμπραξη, μιας και η ζωή του παιδιού είναι συνυφασμένη με γιατρούς, ειδικούς θεραπευτές, επίπονες και χρονοβόρες διεργασίες, στις οποίες οι γονείς είναι παραπάνω από συνοδοί, είναι συμπορευτές και στυλοβάτες. Βασικός φόβος των παιδιών της κατηγορίας αυτής είναι οι αλλαγές και ένα διαζύγιο βιώνεται πιο επώδυνα από τον μέσο όρο. Η βοήθεια των ειδικών, οι οποίοι αποτελούν κομμάτι της καθημερινότητας του παιδιού, είναι μείζονος σημασίας.  Το βασικότερο είναι να πραγματοποιούνται μία  μία οι αλλαγές και αφού έχει σταθμιστεί η συμπεριφορά του παιδιού στην προηγούμενη. Αυτό οφείλεται στην συνεχή αλλαγή οικιακού περιβάλλοντος κατά τις καθορισμένες επισκέψεις στον έτερο γονέα, στην ύπαρξη νέων συντρόφων στις ζωές των γονέων, ενδεχομένως και νέων αδερφών και γενικά στην έκθεση στο άγνωστο, που όπως προειπώθηκε αποτελεί πηγή φόβου και άγχους. Για αυτό και η συνεργασία των γονέων με τους ειδικούς κρίνεται επιτακτική και αδιάλειπτη.
iii.)Σωματικά συμπτώματα & iv.) αντίδραση σε επίπεδο συμπεριφοράς:
Γενικά το διαζύγιο τείνει να ενισχύει την εξάρτηση του παιδιού μέχρι την ηλικία των 10 και να επιταχύνει την ανεξαρτησία του εφήβου. 
Η άμεση και  βραχυπρόθεσμη αντίδραση του παιδιού στο διαζύγιο μπορεί να  είναι αγχώδης και να εκδηλώνεται με συμπτώματα όπως η υπνηλία, η ανορεξία, οι τάσεις απομόνωσης, η παλινδρόμηση σε πρότερα αναπτυξιακά στάδια (π.χ. νυχτερινή ενούρηση, τάση να μιλούν σαν μωρά, συμπεριφορές εξάρτησης από τους γονείς και απώλειας της δυνατότητας αυτοεξυπηρέτησης) και να περιλαμβάνει  προσπάθειες συμφιλίωσης των γονέων.
Η αντίδραση του εφήβου τείνει να είναι πιο επιθετική και επαναστατική και να παραβλέπει την οικογενειακή πειθαρχία. Το παιδί προσπαθεί να ενώσει τους γονείς ενώ ο έφηβος να τους ανταποδώσει το πλήγωμα που προκάλεσαν.
.Ο έφηβος μπορεί να αντιδράσει ορμητικά στο να πάρει τον έλεγχο της ζωής του συμπεριφερόμενος  απόμακρα και ανυπάκουα. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι έφηβοι με χωρισμένους γονείς απουσιάζουν περισσότερο από το σχολείο και εμφανίζουν συχνότερα  παραβατική συμπεριφορά σε σχέση με τα παιδιά ενωμένων οικογενειών.     
Σωματικά συμπτώματα και συμπεριφορές, που πρέπει να κινητοποιήσουν τους γονείς είναι τα εξής:
Η έκφραση απόγνωσης, με δηλούμενες προθέσεις αυτό-τραυματισμού.
Η συνεχής ροπή σε ατυχήματα.
Οι εκτεταμένες αλλαγές σε διατροφικές συνήθειες ή συνήθειες ύπνου.
Οι ραγδαίες αλλαγές του σωματικού βάρους.
Οι συχνοί νυχτερινοί εφιάλτες.
Τα  προβλήματα στο σχολείο σε όποιο επίπεδο, που δεν ίσχυαν πριν το διαζύγιο.
Σημαντική αλλαγή του χαρακτήρα, όπως τα ψέματα, η καταστροφή δικών του ή ξένων αντικειμένων, η προκλητική συμπεριφορά, η έντονη απομόνωση, η εκρηκτική συμπεριφορά, η παραβατική συμπεριφορά, η πολύωρη και αδικαιολόγητη απουσία από το σπίτι δίχως άδεια. 
Β.-Ποια η επίδραση του διαζυγίου στην αυτοεκτίμηση των παιδιών; Υπάρχει κάτι που να περιορίζει ή και να εξαλείφει την αρνητική επίδραση του διαζυγίου στην αυτοεκτίμηση και αυτοεικόνα των παιδιών;.
Αποτελέσματα ερευνών ερίζουν για το είδος της επίδρασης ενός διαζυγίου στην αυτοεκτίμηση των παιδιών.    
 Το μόνο σίγουρο, το οποίο δεν χρειάζεται καν να τεκμηριωθεί ερευνητικά, είναι πως ένα διαζύγιο διαταράσσει την αυτο-εικόνα και αυτοεκτίμηση των παιδιών, την περίοδο που βιώνονται οι ζυμώσεις που οδηγούν στο διαζύγιο, κυρίως αν υπάρχουν προστριβές και καυγάδες. Επίσης, την περίοδο που μεταβάλλονται οι συνθήκες,  με την απομάκρυνση του ενός γονέα κατά  το πρώτο διάστημα (η διάρκεια του οποίου ποικίλλει) έως την πλήρη αποδοχή της νέας πραγματικότητας. Στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είναι που ενδεχομένως θα παρατηρήσουμε διαταραχές συμπεριφοράς,  σχολικές αποτυχίες, αδυναμία προσαρμογής στα νέα δεδομένα.
Ωστόσο, δύναται σχεδόν να εξαλειφθεί η αρνητική επίδραση του διαζυγίου στην αυτοεκτίμηση και αυτοεικόνα των παιδιών, αν από την πλευρά των γονέων γίνει  διαζυγιο2ορθή διαχείριση του εκλυόμενου συναισθήματος κατά τη γνωστοποίηση της απόφασης του διαζυγίου, αν επιτευχθεί ο μετριασμός του άγχους απώλειας του απερχόμενου της οικίας γονέα, αν δε συντελεσθεί  έκθεση των παιδιών σε  τυχόν γονεϊκές προστριβές, αν συνεχίζουν να υφίστανται τα γονεïκά  πρότυπα (κανόνες),  παρά τον χωρισμό και  αν το παιδί αποενοχοποιηθεί από τις κοινωνικές επιταγές όρασης του ως μέλος διαλυμένης οικογένειας.
Συγκριτικές μελέτες έδειξαν πως δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά στο επίπεδο αυτοεκτίμησης των παιδιών διαζευγμένων στα οποία καλλιεργήθηκαν οι άνωθεν περιγραφόμενοι παράγοντες εξάλειψης της αρνητικής επιρροής του διαζυγίου, με εκείνη των παιδιών οικογενειών που δε βίωσαν τον χωρισμό και εμπειρικές έρευνες έδειξαν τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των διαταραχών συμπεριφοράς, με την παρέλευση χρονικού διαστήματος και τη στάθμιση νέων συνθηκών ζωής, όπου τα επίπεδα αυτοεκτίμησης επανέρχονται στα αρχικά. 
Αντιθέτως, η αυτοεκτίμηση των παιδιών εκείνων των ζευγαριών που επέλεξαν την παραμονή σε έναν «νεκρό» γάμο, προς όφελος των παιδιών, έχει αρνητικό πρόσημο και η κάμψη συνεχίζεται όσο συνεχίζεται η παθογόνα συμβίωση. Επιβαρυντική είναι η επιρροή της έλλειψης ευνοϊκής εξέλιξης της οικογενειακής ισορροπίας και του βιώματος της δυστοκίας των γονεϊκών σχέσεων, σε καθημερινή βάση. Στα παιδιά αυτά παρατηρούμε υποτίμηση του θεσμού του γάμου, αμφισβήτηση της αναγκαιότητας της τεκνοποίησης των παντρεμένων, έλλειψη κινήτρων για αλλαγή σταδίου της προσωπικής ζωής και λήψης των λεγόμενων «ώριμων αποφάσεων». Η ανατροφοδότηση και επαύξηση της αυτοεκτίμησης σε αυτήν την κατηγορία, παρατηρείται στην ενήλικη ζωή, αφού έχουν αποσχιστεί από τον παθογόνο κλοιό και έχουν αποκτήσει συγκροτημένη θεώρηση του εαυτού, η οποία επιτυγχάνεται συνήθως με τη συνεργασία με κάποιον ειδικό.
Εν κατακλείδι, ποιοτική ανάλυση συνεντεύξεων μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως   τροχοπέδη  για τα παιδιά διαζευγμένων  ζευγαριών δεν είναι το διαζύγιο καθαυτό, αλλά η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και οι αρνητικές αλληλεπιδράσεις που οδηγούν σε αυτό. Μπορούμε να πούμε πως οι παράγοντες αυτοί βιώνονται ως πιο τραυματικοί, από το ίδιο το διαζύγιο. Σε κάποιες περιπτώσεις τείνουν να είναι τόσο επώδυνοι, που το διαζύγιο αποτελεί ανακούφιση. Σημαντικό είναι να ξανατονιστεί πως τον μέγιστο ρόλο στη μετάβαση τον έχει η στάση που θα τηρήσουν οι γονείς μετά την ολοκλήρωση των διεργασιών: όσο πιο αξιοπρεπής, τόσο πιο στέρεα τα θεμέλια ομαλής προσαρμογής των παιδιών. 
Παρασκευή Νικ. Γούλα
Αστ.Δ/ντης (ΥΓ) ,Ψυχολόγος