Η Μάνα... της Συρίας έγινε κόμικ και συγκλονίζει

Οι δύο επιχειρηματικοί γίγαντες που σκέφτηκαν, δημιούργησαν και λανσάρουν το εγχείρημα «Madaya Mom», το δίκτυο NBC και η Marvel (και τα δύο ιδιοκτησίας Disney), δήλωσαν στην εφημερίδα Guardian μέσω του αρχισυντάκτη της Μarvel, Axel Alonso, «ότι πρόκειται ουσιαστικά για δημοσιογραφία».
Τα κόμικς, όπως και κάθε μορφή αφήγησης, λειτουργούν όχι μόνον ως διασκέδαση αλλά συχνά και ταυτόχρονα ως προπαγανδιστικοί φορείς κοινωνικών και πολιτικών μηνυμάτων. Σε
πολλά από αυτά η απλούστευση διευκολύνει την πρόσληψη μιας πληροφορίας, ακόμα και ενός λογοτεχνικού έργου: ελάχιστοι πιθανόν έχουν διαβάσει το «40 μέρες του Μουζά Νταγκ» του Φραντς Βέρφελ, αλλά πολλοί –ακόμα και αδιάφοροι ή μη ενημερωμένοι ως προ την αρμενική γενοκτονία– έχουν διαβάσει το σχετικό κόμικ.
Η αλήθεια είναι, όμως, ότι δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν πουθενά στον δυτικό κόσμο που να μην έχει μια, έστω μικρή, ιδέα για την (αληθινή) ανθρωπιστική κρίση στη Συρία. Καθημερινά φτάνουν, από εφημερίδες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παντός είδους ειδήσεις από τον βασανισμένο τόπο. Ισως γι’ αυτό ο πρώτος λόγος που μπορεί να σκεφτεί κανείς για τις αιτίες δημιουργίας του κόμικ με τον τίτλο «Madaya Mom», με ηρωίδα μια μάνα από τη Συρία, είναι ότι προκύπτει μάλλον από την ανάγκη μανιχαϊστικής υπεραπλούστευσης που υπαγορεύεται όλο και περισσότερο από τα ΜΜΕ και κυρίως από τα social media. H δεύτερη σκέψη, της δυνατότητας μεγάλων εσόδων από ένα θέμα που συγκλονίζει μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, μπορεί ίσως να εκφραστεί από κάποιον, αλλά φαίνεται μάλλον «φτηνή».
Εξάλλου, οι δύο επιχειρηματικοί γίγαντες που σκέφτηκαν, δημιούργησαν και λανσάρουν το εγχείρημα «Madaya Mom», το δίκτυο NBC και η Marvel (και τα δύο ιδιοκτησίας Disney), δήλωσαν στην εφημερίδα Guardian μέσω του αρχισυντάκτη της Μarvel, Axel Alonso, «ότι πρόκειται ουσιαστικά για δημοσιογραφία. Το κόμικ δεν είναι ένα είδος αλλά ένα μέσον, ένας τρόπος αφήγησης και τα κόμικς Marvel προσεγγίζουν καθετί ενδιαφέρον στον άνθρωπο, γιατί όχι και τη δημοσιογραφία;».
Επίσης, οι καθαυτό δημιουργοί, ο παραγωγός Rym Momtaz και ο εικονογράφος Dalibor Τalajic, δήλωσαν στην ίδια εφημερίδα ότι η δημιουργία ενός τέτοιου κόμικ αποφασίστηκε όταν οι κάμερες του NBC δεν μπορούσαν να μπουν στην πόλη Madaya, οπότε έπρεπε να σκεφτούν κάτι δημιουργικό προκειμένου να αφηγηθούν την ιστορία των δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που ζουν αποκλεισμένοι εκεί από τον Ιούλιο του 2015. Ετσι το δίκτυο, χρησιμοποιώντας τοπικούς συνδέσμους, προσπάθησε να βρει μια γυναίκα και μητέρα να τους περιγράψει το χρονικό της επιβίωσης μιας οικογένειας κάτω από αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες.
Η Madaya Mom (Μάνα της Μαντάια) λοιπόν είναι πρόσωπο υπαρκτό, μητέρα 5 παιδιών, που επικοινωνεί με τον αραβόφωνο παραγωγό για να περιγράψει την κατάσταση. Η πρώτη επικοινωνία αποτελεί και το πρώτο στριπάκι της ιστορίας: «Τα σώματά μας συνήθισαν να μην τρώνε, τα παιδιά μου πεινάνε αλλά αρρωσταίνουν με πόνους στην κοιλιά διότι το σώμα τους δεν είναι πια ικανό να απορροφήσει και να επεξεργαστεί την οποιαδήποτε τροφή, ακριβώς επειδή πέρασαν τόσον καιρό λιμοκτονώντας». Μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο, σύμφωνα με το BBC, κατάφερε να φτάσει τελικά στην απομονωμένη πόλη η βοήθεια προς τον άμαχο πληθυσμό από τα Ηνωμένα Εθνη.
O Talajic, που μεγάλωσε στην πρώην Γιουγκοσλαβία και έζησε όλη τη δραματική διαδικασία της μετακομμουνιστικής διάσπασης, επελέγη γι;αυτόν ακριβώς τον λόγο ως ο καλλιτέχνης που θα μπορούσε πιο αυθεντικά από οποιονδήποτε άλλον να απεικονίσει το δράμα και την ανθρώπινη θλίψη.
Η Madaya Mom δεν μπορεί να δει το κόμικ στο οποίο πρωταγωνιστεί. Οι παραγωγοί έμαθαν, μέσω ενός συγγενούς της που δεν ζει στη Madaya και έτσι μπόρεσε να το δει στο Ιντερνετ, ότι συγκινήθηκε πολύ όταν έμαθε την εξέλιξη: «Δεν πίστευα ότι ο κόσμος νοιάζεται για μας», είπε.

Πρώτη φορά στο Βέλγιο το 1821
Τα κόμικς (εικονοαφήγηση ο ελληνικός όρος) ως μέσον αφήγησης εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο Βέλγιο το 1821 και δημιουργός τους ήταν ο Ροδόλφος Τόπφερ, Ελβετός δάσκαλος, ζωγράφος και καρικατουρίστας. Το 1837 δημοσιεύθηκε το πρώτο του κόμικ «Histoire de M. Vieux Bois», εν μέρει και χάρη στις πιέσεις του Γκαίτε, που όταν είχε δει τα πρώτα σκίτσα το 1821 πίεζε τον δάσκαλο να τολμήσει τη δημοσίευση. Το 1842 το έργο του κυκλοφόρησε στην Αμερική υπό τον τίτλο «Οι περιπέτειες του Obadiah Oldbuck», και μέχρι το 1896 που εμφανίστηκε το «Κίτρινο Παιδί» στην εφημερίδα New York World του Joseph Pulitzer, τα κόμικς του Τόπφερ κρατούσαν το μονοπώλιο. Το 1929 εμφανίζεται ο Τεν Τεν και από τα τέλη, περίπου, της δεκαετίας του ’30 το είδος απογειώνεται με την εμφάνιση του Σούπερμαν και του Μίκυ Μάους.


Σίσυ Αλωνιστιώτου
Καθημερινη
.