Καθιστική ζωή και παχυσαρκία αυξάνουν τα άτομα με διαβήτη στην Ελλάδα, με το κόστος του να εκτοξεύεται στα 802 δις δολάρια παγκοσμίως το 2040!


Σε σύγχρονη πανδημία του 21ου αιώνα, όπως την χαρακτήρισε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), έχει εξελιχθεί ο σακχαρώδης διαβήτης, με έντονες επιπτώσεις στο ευρύτερο υγειονομικό και οικονομικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξέδωσε πρόσφατα η Διεθνής Ομοσπονδία για τον Διαβήτη (IDF: International Diabetes Federation), ο συνολικός πληθυσμός των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη υπολογίζεται ότι θα υπερβαίνει τα 642 εκατομμύρια ασθενείς έως το έτος 2040.

Όπως ανέφερε στο iatronet.gr o κ. Βασίλειος Πεππές, Ειδικός Παθολόγος MD, MSc και μέλος του Δ.Σ. στον Ιατρικό Σύλλογο Εύβοιας, σε παγκόσμια κλίμακα, οι δαπάνες υγείας που αφορούν τόσο στο διαβήτη όσο και στις επιπλοκές του εκτιμώνται περί τα 673 δισεκατομμύρια δολάρια εν έτη 2015, με προοπτική να εκτιναχθούν στα 802 δισεκατομμύρια δολάρια το 2040.

Γίνεται εύκολα αντιληπτή, κατά τον ίδιο, η επιβάρυνση του προϋπολογισμού των συστημάτων υγείας, πολύ δε μάλλον στη χώρα μας σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης.

Εκτιμάται πως ο διαβήτης προσβάλλει κατά μέσο όρο το 4-10% του γενικού πληθυσμού, με συχνότερη την εμφάνιση του τύπου 2 στο 85%-90% των περιπτώσεων.

Στη χώρα μας, υπογραμμίζει ο κ. Βασίλειος Πεππές, υπάρχουν περιορισμένα επιδημιολογικά δεδομένα από σχετικά μικρής έκτασης κλινικές μελέτες, όπου η συχνότητα εμφάνισης της νόσου ανέρχεται σε ποσοστό 6-8 % επί του γενικού πληθυσμού, ακολουθώντας κατά προσέγγιση τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ο επιπολασμός της νόσου αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια διεθνώς. Η τάση αυτή στην περίπτωση του διαβήτη τύπου 2 είναι πολύ μεγαλύτερη λόγω της παράλληλης αύξησης του επιπολασμού της παχυσαρκίας και της σταδιακής μείωσης του επιπέδου σωματικής δραστηριότητας (καθιστική ζωή).

Τα υπάρχοντα δεδομένα δείχνουν πως αυτή η παρατηρούμενη αύξηση θα συνεχιστεί με αμείωτο ρυθμό και τις επόμενες δεκαετίες.

Όσον αφορά το οικονομικό κόστος που σχετίζεται με το σακχαρώδη διαβήτη διακρίνεται κατ’ αρχήν σε δαπάνες που αφορούν το καθαρά ιατρικό σκέλος και αφορούν τη διάγνωση, πρόληψη και θεραπεία της νόσου και των επιπλοκών της, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.

Το δεύτερο σκέλος αφορά το έμμεσο οικονομικό κόστος που προκύπτει λόγω της απώλειας ωρών εργασίας, της μείωσης της παραγωγικότητας, της πρόωρης συνταξιοδότησης ή ακόμη και του πρόωρου θανάτου που είναι δυνατόν να προκύψει εξαιτίας της νόσου.

Το άμεσο ιατρικό κόστος επιμερίζεται περαιτέρω σε εκείνο που αφορά τη θεραπεία του διαβήτη (ιατρικές επισκέψεις, αντιδιαβητικά φάρμακα, αναλώσιμα υλικά που σχετίζονται με την αυτομέτρηση του σακχάρου και τη χορήγηση ινσουλίνης, νοσήλεια για τη θεραπεία υπεργλυκαιμικών και υπογλυκαιμικών επεισοδίων) και το κόστος θεραπείας των επιπλοκών της νόσου (μακροαγγειοπαθητικές και μικροαγγειοπαθητικές επιπλοκές). Το κόστος των επιπλοκών είναι υπερδιπλάσιο εκείνου που αφορά τη θεραπεία αυτής καθ’ εαυτής της υπεργλυκαιμίας.

Περισσότερο από το 80% του κόστους για ιατρική περίθαλψη που αφορά το διαβήτη δαπανάται στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου υπολογίζεται ότι κατοικεί το 8% περίπου του διαβητικού πληθυσμού του πλανήτη, οι δαπάνες για τη νόσο υπερβαίνουν το 50% της συνολικής παγκόσμιας δαπάνης. Στην Ευρώπη, αντιστοιχεί ένα επιπλέον 25%, ενώ στις υπόλοιπες βιομηχανικές χώρες, όπως η Αυστραλία, η Ιαπωνία και ο Καναδάς, αντιστοιχεί το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου.

Στη χώρα μας υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία αναφορικά με την οικονομική επιβάρυνση που επιφέρει ο σακχαρώδης διαβήτης στο σύστημα περίθαλψης.

Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες μελέτες, το 2006 το κόστος θεραπείας αυξήθηκε κατά 3,2 φορές σε σχέση με το 1998. Σε άλλη μελέτη όπου εξετάστηκε εκτός από το κόστος της αντιδιαβητικής φαρμακευτικής αγωγής και το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων στις οποίες υποβάλλονται οι ασθενείς, καθώς και οι δαπάνες σε επισκέψεις ιατρών, αναλόγως της ρύθμισης της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης τους, διαπιστώθηκαν τα εξής:

Το συνολικό κόστος υπολογίστηκε σε 980 ευρώ το άτομο ετησίως για τους καλά ρυθμισμένους ασθενείς και σε 1.565 ευρώ το άτομο ετησίως για τους ασθενείς με πτωχή ρύθμιση. Ειδικότερα, το κόστος για τα αντιδιαβητικά φάρμακα ανά ασθενή ανά έτος υπολογίστηκε σε 340 ευρώ και 440 ευρώ για τους ρυθμισμένους και μη ρυθμισμένους ασθενείς αντίστοιχα.


Πηγή: iatronet.gr