Οι επιστολές των αντιπροέδρων του ΣτΕ, σφυροκόπημα για την ματαίωση της διάσκεψης για τις άδειες

Στοιχεία πρωτοφανούς θεσμικής κρίσης εκτυλίσσονται εντός του Συμβουλίου της Επικρατείας, με αφορμή την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών.

Η
παραίτηση  των δυο αντιπροέδρων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αφορμή όσα έγιναν στη διάσκεψη της περασμένης Παρασκευής και ακολούθησαν με τις ανακοινώσεις τόσο του προέδρου του ΣτΕ, Νίκου Σακελλαρίου, όσο και της Ένωσης Δικαστών του ΣτΕ που υιοθέτησε πλήρως την άποψή του, δημιουργεί μια νευ προηγουμένου κατάσταση κρίσης στο Ανώτατο και πιο "δημοκρατικό" δικαστήριο της χώρας.

Οι καταγγελίες δε για την ματαίωση που σκιαγραφήθηκε ως "μεγάλο ατόπημα" που δημιουργεί  "συνθήκες  αρνησιδικίας", ουσιαστικά θέτουν σε άλλη βάση ακόμα και το όλο θέμα με τις τηλεοπτικές άδειες. Κι αυτό γιατί υπάρχει μια φράση που ακούγεται  στα δικαστήρια. Λένε λοιπόν οι δικαστές, ότι "είναι η ψυχή του Κρατους".  Αν είναι έτσι, τότε η κεντρική εξουσία οφείλει να ανησυχεί εντόνως όταν παρουσιάζονται "ρωγμές στην ψυχή του Κρατους".   Ποιες είναι αυτές οι ρωγμές;

Μα όσα ακούγονταν τόσο καιρό εμφανίζοντας περίπου ως δεδομένο ότι  τα πράγματα θα εξελιχθούν όπως ακριβώς θέλει η κυβέρνηση. Οσο δεδομένη βέβαια μπορεί- που υπο κανονικές συνθήκες δεν μπορεί- να είναι μια δικαστική απόφαση. Τι ήθελε η κυβέρνηση; Μα το είχε πεί μετ’  επιτάσεως ο ίδιος ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ: "Δεν υπάρχει καμία περίπτωση θα είναι η απόφαση διαφορετική", εννοώντας από το να κρίνει συνταγματικό το νόμο Παππά.

Οι δικαστές λοιπόν  αισθάνονται ότι όλα τα μάτια είναι πάνω τους και αποφάσισαν, μερικοί από αυτούς, να κινηθούν σε γραμμή άμυνας απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται το σώμα και κατηγορίες για "ποδηγέτηση από την κεντρική εξουσία κλπ".

Το Capital.gr αποκαλύπτει σήμερα ολόκληρες τις επιστολές των δυο αντιπροέδρων με τις οποίες παραιτούνται από μέλη του συνδικαλιστικού του οργάνου, οι οποίες τα λένε όλα:

H επιστολή παραίτησης του Χρήστου Ράμμου, Αντιπροέδρου του ΣτΕ προς τα μέλη του ΔΣ της Ενώσεως Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας:

"Με την παρούσα δηλώνω ότι αποχωρώ από την Ένωση. Την πρόθεσή μου αυτή την ανακοίνωσα ήδη και προφορικά στον Πρόεδρο της σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί του την Παρασκευή 30.9.2016.

Αιτία για την παραίτησή μου είναι η απαράδεκτη από κάθε άποψη ανακοίνωση, την οποία εξέδωσε η Ένωση στις 30.9.2016 και η οποία δημοσιοποιήθηκε μέσω του Τύπου και του Διαδικτύου. Στην ανακοίνωση αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με την από 30-9-2016 ανακοίνωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο μόνος λόγος για τον οποίο ματαιώθηκε η προγραμματισμένη για σήμερα διάσκεψη της Ολομέλειας του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων για τις τηλεοπτικές άδειες είναι το κλίμα που έχει διαμορφωθεί από δημόσιες τοποθετήσεις και εκδηλώσεις ως προς την έκβαση της διασκέψεως της Ολομέλειας για τα θέματα αυτά.


Επομένως, όσα αντίθετα αναφέρονται στον τύπο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα”.

Θεωρώ την ανακοίνωση αυτή μέγα ατόπημα, τέτοιο που καθιστά την περαιτέρω παραμονή μου στην Ένωση αδύνατη.

Το ΔΣ της Ένωσης έσπευσε λίγες ώρες μετά την διακοπή της διάσκεψης και την έκδοση πανομοιοτύπου περιεχομένου ανακοίνωσης του Προέδρου του Δικαστηρίου να αναπαραγάγει την τελευταία αυτή ανακοίνωση, αφήνοντας έτσι να δημιουργηθεί προς τα έξω η εντύπωση ότι αυτή την φορά ομιλεί το σύνολο του Σώματος.

Πέραν όμως αυτών, η ανακοίνωση εμφανίζεται στην πρώτη παράγραφο να παίρνει θέση μόνο επί ενός πραγματικού γεγονότος χωρίς να το αξιολογεί. Με την τελευταία όμως φράση (επομένως, όσα αντίθετα αναφέρονται στον τύπο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα) δημιουργείται σαφώς η εντύπωση ότι η Ένωση θεωρεί ότι ήταν επαρκής λόγος για την διακοπή της διάσκεψης η δημιουργία κλίματος δημοσίων αντεγκλήσεων. Και εκεί βρίσκεται για μένα το μεγαλύτερο ατόπημα, διότι αφορά την ίδια την λειτουργία του θεσμού.

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη υπόθεση και τις εξελίξεις της, η άποψη ότι το Δικαστήριο ή ο κάθε δικαστής στα πλαίσια των δικών του αρμοδιοτήτων μπορεί να παραιτείται και να απέχει έστω και προσωρινά, αλλά πάντως επ' αόριστον, από την επιτέλεση του θεσμικού συνταγματικού του καθήκοντος, που δεν είναι άλλο από το να τέμνει αδιατάρακτο τις ενώπιόν του αγόμενες διαφορές, έτσι ώστε να επιλύονται οι αμφισβητήσεις που διαπερνούν την κοινωνία με την αυθεντία της δικαστικής λειτουργίας, όταν έχει αναπτυχθεί -και μάλιστα εκτός Δικαστηρίου- κλίμα έντασης, είναι πρωτοφανής. Η άποψη, με άλλα λόγια, που δέχεται ότι το Δικαστήριο αντί να διασκεφθεί και να εκδώσει απόφαση επί οποιασδήποτε υποθέσεως, ανεξαρτήτως της φύσεώς της, είναι σκόπιμο να αναβάλει επ' αόριστον την διάσκεψή του με την επίκληση ενός κάποιου κλίματος (το οποίο βεβαίως το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει) συνιστά κατά την γνώμη μου αρνησιδικία.

Τι θα λέγαμε αν ένας βοηθός εισηγητής αρνιόταν να καταθέσει προεισήγηση ή ένας Σύμβουλος αρνιόταν να καταθέσει εισήγηση επικαλούμενος ότι λόγω του κλίματος δεν μπορεί να ασκήσει με νηφαλιότητα τα καθήκοντά του; Μπορεί κανείς να διανοηθεί το 1969 αναβολή είτε της συζήτησης είτε της διάσκεψης επί της υποθέσεως των απολυμένων από την στρατιωτική δικτατορία δικαστών, κατ' επίκληση "δυσμενών συνθηκών” ή "κακού κλίματος”;

Ενόψει όλων αυτών δεν μπορώ να συνεχίσω να είμαι μέλος της Ένωσης.


Χρήστος Ν.Ράμμος
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας"

Η επιστολή της Κατερίνας Σακελλαροπούλου, Αντιπροέδρου του ΣτΕ


(34 χρόνια δικαστής στο ΣτΕ και ισάριθμα μέλος Ένωσης)

"Όλα αυτά τα χρόνια βρέθηκα σχεδόν σε όλες τις θέσεις του ΔΣ (Πρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, Αντιπρόεδρος, απλό μέλος), συνεργαζόμενη με πολλούς συναδέλφους στα μικρά και τα μεγάλα: θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του Δικαστηρίου, προσπάθειες για τη βελτίωση του ρόλου των εισηγητών και των παρέδρων, αναθεωρήσεις Συντάγματος, μισθολογικές διεκδικήσεις κλπ. Υπήρξαν διαφωνίες, κάποτε και συγκρούσεις, πάντοτε όμως τα μέλη της Ένωσης πορευτήκαμε με την κοινή αντίληψη του συμφέροντος του Δικαστηρίου και όλων των δικαστών του. Παράλληλα, όποτε χρειάστηκε, η Ένωση αγωνίστηκε και πέτυχε να κρατήσει την αυτονομία της και τον διακριτό της ρόλο τόσο απέναντι στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου όσο και στη Διοικητική Ολομέλεια, στην οποία το μεγαλύτερο μέρος των μελών της δεν μετέχει.

Ως ενεργό μέλος της Ένωσης για τόσα χρόνια, θεωρούσα πάντα καθήκον μου να συμμορφώνομαι όχι μόνο με τις αποφάσεις της, με τις οποίες συμφωνούσα, αλλά και με εκείνες, για τις οποίες είχα άλλη άποψη. Κι αυτό γιατί οι αποφάσεις της Ένωσης λαμβάνονταν στα πλαίσια του θεσμικού της ρόλου, με σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες και με την αυτονόητη αρχή της πλειοψηφίας.

Είχα και έχω διαφορετική άποψη για αρκετά θέματα λειτουργίας της Ένωσης: λόγου χάριν καλές οι εορταστικές εκδηλώσεις ή οι μισθολογικές διεκδικήσεις, αλλά δεν μπορεί να εξαντλείται σε αυτά η δράση της. Με εξέπληξε επίσης δυσάρεστα η πρόσφατη διαχείριση της διαγραφής της ιστορίας της Ένωσης από την ιστοσελίδα του Δικαστηρίου. Αναγνωρίζοντας όμως την προσπάθεια των συναδέλφων και την ειλικρινή τους αγωνία για το παρόν και το μέλλον του θεσμού, και για να ενθαρρύνω ιδίως τους νεώτερους, που συχνά έρχονται σε δύσκολη θέση αναγκαζόμενοι να εκφράσουν διαφορετική άποψη προς συναδέλφους ανώτερου βαθμού, παρέμεινα ως μέλος.

Στις 30.9.2016 όμως, το ΔΣ της Ένωσης, αμέσως μετά τη διακοπή, εκ μέρους του Προέδρου του Δικαστηρίου, της συνεδρίασης της Ολομέλειας του Δικαστηρίου για τις υποθέσεις των τηλεοπτικών αδειών, έσπευσε να εκδώσει την ακόλουθη ανακοίνωση: "Σύμφωνα με την από 30-9-2016 ανακοίνωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο μόνος λόγος για τον οποίο ματαιώθηκε η προγραμματισμένη για σήμερα διάσκεψη της Ολομέλειας του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων για τις τηλεοπτικές άδειες είναι το κλίμα που έχει διαμορφωθεί από δημόσιες τοποθετήσεις και εκδηλώσεις ως προς την έκβαση της διασκέψεως της Ολομέλειας για τα θέματα αυτά.

Επομένως, όσα αντίθετα αναφέρονται στον τύπο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα".

"Με την ανακοίνωσή του αυτή, το ΔΣ, κατά πλήρη παραγνώριση του θεσμικού ρόλου της Ένωσης, εξέφερε γνώμη για ζήτημα το οποίο ούτε είχε θεσμικά τη δυνατότητα να γνωρίζει ως συλλογικό όργανο (πώς δηλαδή, υπό ποίες συνθήκες και για ποιο πραγματικά λόγο διακόπηκε μία διάσκεψη) ούτε ανήκε στις αρμοδιότητές του.

Ανεξάρτητα από αυτό, με την ίδια ανακοίνωση το ΔΣ προκατέλαβε την άποψη, για το θέμα αυτό, όσων (πλην του προέδρου της) εκ των μελών της Ένωσης μετείχαν στη διάσκεψη και ενδεχομένως έχουν άλλη άποψη για τη διακοπή.

Ακόμη χειρότερα, με την ανακοίνωση το ΔΣ αποδοκιμάζει, ως ψευδή, "όσα αντίθετα αναφέρονται στον τύπο", με βάση όχι τη δική του αντίληψη για τα πράγματα αλλά την ανακοίνωση του Προέδρου του Δικαστηρίου, μετατρέποντας ουσιαστικά την Ένωση, για πρώτη, κατά την αντίληψή μου φορά, σε γραφείο τύπου του Προέδρου του Δικαστηρίου. Και όλα αυτά όταν, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα τόσο τον έντυπο όσο και τον ηλεκτρονικό τύπο κατέκλυζαν δημοσιεύματα που, με αφορμή τη συγκεκριμένη υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, αναφέρονταν, όχι πάντα με τα καλύτερα λόγια, στην εν γένει λειτουργία του συνόλου του Δικαστηρίου και στον ρόλο των δικαστών, το ΔΣ τηρούσε αιδήμονα σιγή.

Το συγκεκριμένο ατόπημα πλήττει καίρια τον θεσμικό ρόλο της Ένωσης και σηματοδοτεί αλλαγή στη μακρόχρονη πορεία της, από ανεξάρτητο όργανο έκφρασης του συνόλου των μελών του Δικαστηρίου σε διοικητική του υπηρεσία. Εν όψει αυτού, με ειλικρινή λύπη αισθάνομαι ότι η Ένωση δεν με εκφράζει πια και,  διατηρώντας ακέραια τα αισθήματά μου για τα μέλη του ΔΣ,  δηλώνω ότι αποχωρώ από αυτήν."



του Παναγιώτη Στάθη
capital.gr
.