Το φάντασμα του μαυραγορίτη

«Προχθές πούλησα τις χρυσές μας βέρες και πήρα τρεις οκάδες αλεύρι»
Ημερολόγιο του καθηγητή Μίνω Δούνια (5/2/1942)
Aν τα
πεπραγμένα του ένοπλου δωσιλογισμού είναι σχεδόν αδύνατο ν’ αμφισβητηθούν από οποιονδήποτε καλόπιστο ερευνητή της θυελλώδους δεκαετίας του ’40, δεν συμβαίνει το ίδιο με το κοινωνικό και -ιδίως- το οικονομικό υπόβαθρο του ίδιου φαινομένου: όσους αξιοποίησαν την Κατοχή ως μιαν ακόμη ευκαιρία πλουτισμού, η προάσπιση του οποίου απέναντι στην (εθνικά νομιμοποιημένη) πληβειακή επιβουλή επέβαλε στην πορεία την πολιτική και στρατιωτική συνεργασία με τον κατακτητή –όταν, φυσικά, αυτή η τελευταία δεν αποτελούσε την ίδια την πηγή των κερδών τους.
Το διαπιστώσαμε για μιαν ακόμη φορά κατά την ημερίδα που πραγματοποιήθηκε πριν από δυο βδομάδες στο Κορωπί (8/10), με αντικείμενο την κατοχική εμπειρία της ευρύτερης περιοχής των Μεσογείων.

του Τάσου Κωστόπουλου




Ημερίδα που σημείωσε εξαιρετική επιτυχία, με το αμφιθέατρο του εκεί δημαρχείου να έχει ξεχειλίσει από το (ως επί το πλείστον ντόπιο) κοινό.
Οι αντιδράσεις αυτού του τελευταίου καθιστούσαν προφανές πως, επτάμισι δεκαετίες μετά τα γεγονότα, η τοπική συλλογική μνήμη παραμένει έντονα διχασμένη.
 Ανοιχτό παραμένει, καταρχάς, το ακανθώδες ζήτημα της ταυτότητας των ενόπλων που στις 9 Οκτωβρίου 1944, τρεις μέρες πριν από την απελευθέρωση της Αθήνας, έπνιξαν την κωμόπολη στο αίμα δολοφονώντας 47 άτομα, λεηλατώντας και καίγοντας εκατοντάδες σπίτια και φροντίζοντας ταυτόχρονα να καταστρέψουν ολοσχερώς το υποθηκοφυλακείο μαζί με όλα τα τοπικά συμβολαιογραφεία. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, το έγκλημα διαπράχθηκε από περαστική γερμανική μονάδα.
Οπως όμως έχει επαρκώς τεκμηριώσει εδώ και μια δεκαετία με το βιβλίο του «Η τραγωδία του Κωρωπίου» ο ντόπιος ερευνητής Θωμάς Πρόφης, στην πρωτοβουλία και επιμονή του οποίου οφείλεται η πραγματοποίηση της πρόσφατης ημερίδας, πραγματικοί δράστες δεν ήταν άλλοι από τους γερμανοντυμένους «εθνικόφρονες» που είχαν επιφορτιστεί με την παραλαβή βρετανικών όπλων προοριζόμενων για τον εξοπλισμό αντιεαμικών ομάδων, με τη συνδρομή εγχώριων ομοϊδεατών και συνεργατών τους.
Ετσι εξηγούνται πολλές λεπτομέρειες του μακελειού –από τη στοχευμένη καταστροφή των συμβολαιογραφικών αρχείων ή τη φύση των λεηλασιών (που περιέλαβαν και αγαθά παντελώς άχρηστα στους αποχωρούντες κατακτητές), μέχρι το γεγονός ότι κάποιοι από τους «Γερμανούς» εκτελεστές μιλούσαν... αρβανίτικα.
Η απλή αυτή αλήθεια ωστόσο ενοχλεί. Οχι μόνο επειδή κάποιοι φοβούνται ότι με την παραδοχή της θα χάσουν τις μελλοντικές γερμανικές αποζημιώσεις, αλλά και γιατί οι απρόσωποι Γερμανοί αποτελούν ένα βολικό άλλοθι για τη συγκάλυψη του επώνυμου ντόπιου δωσιλογισμού.
 Ενα δεύτερο ζήτημα, ακόμη πιο καυτό στην τωρινή συγκυρία, αφορά τη διαπλοκή των δωσίλογων πρακτικών με ορισμένες πτυχές της τοπικής οικονομικής ζωής κατά την Κατοχή. Τις υπενθύμισε, κατά την ομιλία του στην ημερίδα, ο καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης: ανομολόγητες πρόσοδοι από τη μετατροπή των λιμανιών της Ανατολικής Αττικής σε ορμητήρια διαφυγής προς την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή, κυρίως όμως μαύρη αγορά τροφίμων από τα Μεσόγεια στην πεινασμένη γειτονική πρωτεύουσα και συνακόλουθες εγκληματικές πρακτικές, όπως οι συχνές αρπαγές μεταφορικών ζώων που καταγράφονται στις εφημερίδες της εποχής.

Ενας έντονος «διάλογος»

Το μνημείο για τη σφαγή του 1944 στο Κορωπί και η αφίσα της πρόσφατης ημερίδας Το μνημείο για τη σφαγή του 1944 στο Κορωπί και η αφίσα της πρόσφατης ημερίδας |
Μολονότι, όπως ο γράφων διαπίστωσε ιδίοις όμμασι, οι αντιδράσεις των περισσότερων από τους παρευρισκόμενους υπήρξαν σαφώς επιδοκιμαστικές (με σιωπηρά νεύματα επιβεβαίωσης των λεγομένων), η αναφορά αυτή έμελλε ν’ αναδειχθεί τις επόμενες μέρες σε αιχμή του δόρατος των υπερασπιστών της παραδοσιακής, επίσημης εκδοχής για την τραγωδία.
Με τίτλο «Πρόκληση από καθηγητή Πανεπιστημίου: Στην Κατοχή οι Κορωπιώτες ήταν μαυραγορίτες», το τοπικό ειδησεογραφικό σάιτ notioanatolika.gr διέγνωσε κι έσπευσε να καταγγείλει «προσβολή» (όλων συλλήβδην) των κατοίκων της κωμόπολης, αναδεικνύοντας σε αντίπαλο δέος τον τοπικό δήμαρχο.
Παρών στην αίθουσα, ο τελευταίος υποτίθεται ότι κατακεραύνωσε τον ομιλητή με μια παρέμβασή του που, όλως παραδόξως, κανείς απ’ όσους ήμασταν εκείνη την ώρα στο πάνελ δεν πήρε είδηση.
Οι διατυπώσεις της ανάρτησης είναι άλλωστε αποκαλυπτικές για τους όρους του σχετικού «διαλόγου» στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας:
«Μια άκρως προκλητική αλλά και παντελώς ανιστόρητη άποψη κατέθεσε, στο πλαίσιο της ημερίδας που διοργανώθηκε στο Κορωπί, το βράδυ του Σαββάτου, παραμονής της 72ης επετείου του Ολοκαυτώματος της πόλης, ο καθηγητής Σύγχρονης Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, Γιώργος Μαργαρίτης.
Ούτε λίγο ούτε πολύ ο καθηγητής Μαργαρίτης υποστήριξε ότι οι Κορωπιώτες έκαναν μαύρη αγορά στη διάρκεια της Κατοχής αποκομίζοντας έτσι πολλά οφέλη. Αμεση ήταν η παρέμβαση του δημάρχου Κορωπίου Δημήτρη Κιούση, ο οποίος παρενέβη και έκανε σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει όταν μάλιστα υπάρχει πλήθος μαρτυριών Αθηναίων πολιτών, οι οποίοι κυριολεκτικά σώθηκαν από την πείνα εξαιτίας της βοήθειας που τους έδωσαν, χωρίς κανένα αντίτιμο, οι Κορωπιώτες. Τα όσα υποστήριξε ο καθηγητής Μαργαρίτης προκάλεσαν αίσθηση, όταν μάλιστα δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν σε αυτά».
Οτι αντικείμενο της όλης «έκρηξης» δεν αποτελούσε τόσο η μνεία της κατοχικής μαύρης αγοράς όσο η αποκάλυψη της ταυτότητας των σφαγέων του 1944, επιβεβαιώνεται από την αποστροφή του δημάρχου στον επίσημο πανηγυρικό της επομένης, που ο ιστότοπος ανάρτησε στο You Tube σαν «απάντηση του δημάρχου Κορωπίου στην προκλητική άποψη που διατύπωσε ο κ. Μαργαρίτης»:
«Σεβόμαστε τις ιστορικές προσεγγίσεις ορισμένων πανεπιστημιακών. Τις θεωρητικές τους προσεγγίσεις, τις προσωπικές τους έρευνες και, όσων εξ αυτών έχουν ασχοληθεί, τις εκδοχές που καταθέτουν και την ειλικρινή διάθεση για τη δικαίωση των νεκρών του Κορωπίου. Αλλά δεν μπορεί κάποιοι να προσπαθούν και επικοινωνιακά να επιβάλουν τα δικά τους προσωπικά συμπεράσματα ως κυρίαρχη εκδοχή».
Στην απάντησή του προς το σάιτ, ο κ. Μαργαρίτης φρόντισε πάλι να θυμίσει τα αυτονόητα:
«Πρώτο, για τα όσα συνέβησαν ως προς την “οικονομική δραστηριότητα” (μαύρη αγορά κ.λπ.) στην περίοδο της ναζιστικής Κατοχής, ο ενδιαφερόμενος δεν χρειάζεται να έχει ειδικές γνώσεις. Αρκεί να ξεφυλλίσει τις αθηναϊκές εφημερίδες του χειμώνα της πείνας στην Αθήνα το 1941-1942 για να διαμορφώσει πλήρη εικόνα. Για να βοηθήσω περισσότερο, οι εφημερίδες αυτές βρίσκονται στην Βιβλιοθήκη της Βουλής και ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αστυνομικές και δικαστικές ειδήσεις της εποχής.
»Οσο για το ότι από αυτές τις δραστηριότητες “πλούτισαν όλοι οι κάτοικοι του Κορωπίου και των Μεσογείων” αυτό είναι αυθαίρετο συμπέρασμα -προφανούς στόχευσης- του “δημοσιογράφου” και ίσως του κου Δημάρχου. Στην ιστορία και στην πραγματική ζωή δεν υπάρχει η έννοια “όλοι”. Υπάρχουν αυτοί που εκμεταλλεύονται καταστάσεις και κτίζουν περιουσίες πάνω στον πόνο και στην ανάγκη των συνανθρώπων τους και υπάρχουν οι άλλοι, οι πολλοί -και στην Αθήνα και στα Μεσόγεια- που βλέπουν δίπλα τους να κτίζονται περιουσίες και παλάτια την ώρα που η δική τους ζωή πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Φυσικά, άμα θες να δεις τα πράγματα από την πλευρά των πρώτων, το “όλοι” είναι πολύ βολική έκφραση.
Στην παρέμβασή μου στην ημερίδα προσπάθησα να εξηγήσω ότι πάνω σε αυτούς τους ποικίλους αισχροκερδείς -που τελικά διαμόρφωσαν την άρχουσα, μεγαλοαστική τάξη της περιοχής- θεμελιώθηκαν, ως πολιτική τους έκφραση, οι ποικιλώνυμες “εθνικιστικές”, “εθνικές”, “τρομοκρατικές” ή απλά “ναζιστικές” οργανώσεις και συμμορίες που εμφανίστηκαν στα τέλη της Κατοχής και τον καιρό της Απελευθέρωσης. Πολιτικός τους στόχος ήταν να προστατεύσουν το “βιός” των λίγων που κτίστηκε πάνω σε πόνο και σε πτώματα συνανθρώπων τους, από την οργή και το δίκιο των πολλών. Για τον λόγο αυτό μίσησαν λυσσαλέα τους πολλούς, τους πολέμησαν, συντάχθηκαν με τους Γερμανούς και τους Αγγλους για να τους συντρίψουν, έφεραν στη χώρα μας δεινά ατελείωτα. Για κυνηγούς κεφαλών πρόκειται, οι εικόνες της εποχής δεν κάνουν λάθος».

Διακίνηση πολλών ταχυτήτων

Η κατοχική λειτουργία των Μεσογείων, όχι μόνο ως αγροτικής ενδοχώρας που παρήγε τρόφιμα με τα οποία εφοδιαζόταν η αθηναϊκή μαύρη αγορά, αλλά και ως διαμετακομιστικού κέντρου εισαγόμενων από άλλες περιοχές ειδών διατροφής, τεκμηριώνεται όντως και με το παραπάνω από τα διαθέσιμα ντοκουμέντα της εποχής.
Σε άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύουμε την εκτενή απάντηση του κ. Πρόφη, οργανωτή της επίμαχης ημερίδας, βασισμένη σε τοπικές κυρίως πηγές, μαζί μ’ ένα δικό μας σχετικό (και σχετικά ανώδυνο) αλίευμα από τον αθηναϊκό Τύπο των ημερών.
Το σημερινό μας αφιέρωμα ολοκληρώνεται, τέλος, με μιαν εύγλωττη μαρτυρία για τα ρευστά όρια μεταξύ αγώνα για την επιβίωση, «ανεπίσημης» και «μαύρης» αγοράς, στο μικροεπίπεδο του μέσου εμποράκου της πρωτεύουσας.
Μέσα από τη λεπτομερή καταγραφή των περιπετειών ενός τέτοιου μικρεμπόρου, μετέπειτα αγωνιστή της Αντίστασης, που τον χειμώνα του 1941 προσπάθησε να φέρει από το χωριό του τρόφιμα για προσωπική χρήση και όχι μόνο, αναδεικνύεται τόσο η πολυπλοκότητα του φαινομένου (και η διάκριση των κοινωνικά διαφορετικών επιπέδων του), όσο και το πλέγμα των κατασταλτικών μηχανισμών που ψωμίζονταν από την υποτιθέμενη «πάταξή» του.

Η Οδύσσεια του μικρομαυραγορίτη

Mια από τις πιο ενδιαφέρουσες αυτοβιογραφικές αφηγήσεις Αθηναίου που ασχολήθηκε με τη μαύρη αγορά, περιέχεται στα απομνημονεύματα ενός μαυροσκούφη καπετάνιου του ΕΛΑΣ.
Ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου ως μαυροσκούφης το 1943-44 Ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου ως μαυροσκούφης το 1943-44 | Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, «ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ» (Αθήνα 1985)

Εθνικόφρων έμπορος ψιλικών στον Υμηττό προπολεμικά, αντάρτης με το ψευδώνυμο «Παπάρας» από τον Μάη του 1943 μέχρι τη Βάρκιζα και πολιτικός κρατούμενος κατόπιν για δυο δεκαετίες (1945 και 1947-1964), ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου περιγράφει καταλεπτώς την περιπέτειά του όταν προσπάθησε να φέρει τρόφιμα στην Αθήνα από τη γενέτειρά του στην Πελοπόννησο:
«Στο μαγαζί είχα και άδεια καπνοπωλείου και από εκεί όταν είχε διανομή τσιγάρα, κατόρθωνα να κρατώ μια-δυο κούτες, να τις πουλώ “στη μαύρη αγορά” ανταλλαγή με ψωμί ή οτιδήποτε άλλο κι έτσι εξοικονομούσα λίγο ψωμάκι.
Το μαγαζί ουσιαστικά το κρατούσε ο μικρός μου αδερφός κι εγώ άρχισα να κάνω ταξίδια “μαυραγορίτικα” για να μπορούμε να ζήσουμε.
Είναι απαραίτητη μια εξήγηση για τους “μαυραγορίτες”. Οι πραγματικοί μαυραγορίτες ήταν λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα. Αυτοί, συνεργάζονταν με τους κατακτητές Ιταλούς και Γερμανούς, εφοδιασμένοι με άδειες, φόρτωναν αυτοκίνητα και τα φέρναν στην Αθήνα χωρίς να τους σταματάνε σε κανένα πόστο-μπλόκο. Ενώ οι άλλοι, οι χιλιάδες που πήραν τον τίτλο του “μαυραγορίτη”, αυτοί είναι οι αφανείς ήρωες για την επιβίωση. Πόσοι πήραν τη ραπτομηχανή τους ή τα προικιά της κόρης τους και τα πήγαν σε κάποιο χωριό για να ανταλλάξουν με λίγο στάρι ή λάδι για την οικογένειά τους και τους τα πήραν μετά στο δρόμο της επιστροφής από λίγα-λίγα ή και όλα μαζεμένα στα πόστα μπλόκα οι καταχτητές!
Επειδή δεν είμαι ούτε λογοτέχνης ούτε ιστορικός, θα πω μονάχα ξερά γεγονότα -όπως τα θυμάμαι- εκείνα που εγώ έπαθα σαν “μαυραγορίτης”. Αλλοι έπαθαν πολύ περισσότερα και χειρότερα από μένα.
Το Δεκέμβρη του 1941 πήγα στο χωριό μου [Μοναστηράκι Γορτυνίας] για να φέρω τρόφιμα. Ο πατέρας μου και ο αδερφός μου Θόδωρος μου είχαν γράψει ότι στο χωριό “έχουν πέραση” -που μπορείς να τα ανταλλάξεις με τρόφιμα- τα τσιγάρα, το κινίνο, οι κουβαρίστρες και λιγότερο τα πουκάμισα, σακάκια, κάλτσες κ.λπ.. Φορτώθηκα λοιπόν τρεις βαλίτσες με διάφορα τέτοια πράγματα και πάω για το χωριό. Σιδηροδρομικώς φθάνω στον Πύργο χωρίς κανένα επεισόδιο. Στον Πύργο με περίμενε ο αδερφός μου Θόδωρος με το άλογό μας.
Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε νύχτα για το χωριό που απέχει πάνω από 50 χιλιόμετρα. Φθάνοντας στο Κρεκούκι (Πελόπιο), υπήρχε ιταλικό πόστο-μπλόκο. Μας κατεβάζουν τις βαλίτσες και μας κάνουν έρευνα. Μου πήραν περίπου τις μισές κούτες τσιγάρα και αρκετές δωδεκάδες κουβαρίστρες. Πήγα να διαμαρτυρηθώ, οι Ιταλοί αγρίεψαν και ο διερμηνέας που είχαν -που οπωσδήποτε συνεργαζόταν μαζί τους- μου λέει: “Μάζωτα τ’ άλλα και φύγε γιατί αλλιώς θα σε σπάσουν στο ξύλο αν δεν σε κλείσουν μέσα ή δεν σε σκοτώσουν”. Τι να κάνω; Εκανα την ανάγκη φιλοτιμία, όσο και αν έβραζα από μέσα μου και τα μάζεψα και φύγαμε.
Με τα υπόλοιπα εμπορεύματα φθάσαμε στο χωριό. Γύρισα στο χωριό και στα γύρω χωριά και έκανα μερικές ανταλλαγές. Μάζεψα λάδι, όσπρια, στάρι, καλαμπόκι και με τα τρόφιμα που μου δώσαν οι γονείς μου, βασικά μου φτιάξαν μια δεκαριά οκάδες παξιμάδια [με] λίγο τυρί, τα φορτώσαμε στα δυο ζώα, το άλογο και ένα γαϊδούρι που είχαμε, και ξεκινήσαμε για τον Πύργο».

Στον δρόμο, η χωροφυλακή του Λάλα κατάσχει τα δυο φορτία:
«Πάω στο Πελόπιο, βρίσκω το Μοίραρχο. Του λέω την παραγγελία της ξαδέρφης του και του λέω τι συνέβη. Μου δίνει ένα σημείωμα για τον Νωματάρχη - σταθμάρχη στου Λάλα και γυρίζω πίσω. [...] Πάω στο σταθμό χωροφυλακής και διαμαρτύρομαι. Ο Νωματάρχης με ρωτάει πούθε είμαι, πού τα βρήκα και πού πηγαίνω τα πράγματα. Του δίνω το σημείωμα του Διοικητή του. Τα πράγματα αμέσως άλλαξαν. Αμέσως λέει σε ένα χωροφύλακα να με βοηθήσει να φορτώσω τα πράγματα και μου ζήτησε συγνώμη για τα διατρέξαντα. Φόρτωσα και τα δυο ζώα και ξεκίνησα.
Την άλλη μέρα στον Πύργο, διαπίστωσα ότι τα παξιμάδια και τα όσπρια είχαν “ξαφριστεί”. Τι να κάνουμε; Δυστυχώς δεν είχαμε μονάχα τους κατακτητές, είχαμε και τους ασυνείδητους Ελληνες. Τι θα γινόταν αν δεν τύχαινε να έχω γνωριστεί με τον Μοίραρχο;».
Μια βόλτα στον Πύργο κατέληξε σε εξευτελιστικό δημόσιο χαστούκισμα από τους φρουρούς του ιταλικού Φρουραρχείου, ώσπου να συμμορφωθεί με την απαίτησή τους να χαιρετήσει φασιστικά.

Εξίσου επώδυνο θ’ αποδειχθεί όμως και το ταξίδι της επιστροφής:
«Πήγα στο μανάβικο και βρήκα τον μπάρμπα μου. Μου είπε ότι ένας επιθεωρητής σιδηροδρομικός, αν του δώσω 6 οκάδες όσπρια, αναλάμβανε να μου ανεβάσει στο οτομοτρίς ένα τσουβάλι με 30 οκάδες ρεβύθια που είχα και 2 δοχεία με λάδι. Τις 3 βαλίτσες που είχα τις δικαιούμουνα να τις πάρω. Δέχτηκα: έδωσα τις 6 οκάδες τα όσπρια, πήρα μαζί μου τις 3 βαλίτσες και ανέβηκα, ύστερα από αυστηρό έλεγχο των Ιταλών, στο οτομοτρίς. Υστερα από λίγο, από την άλλη πόρτα, ένας αχθοφόρος μου φέρνει τα 2 δοχεία το λάδι και μου λέει ότι το τσουβάλι με τα ρεβύθια τα έχει βάλει μπροστά στο μηχανοστάσιο και να το ζητήσω από τον οδηγό να το πάρω στην Αθήνα.
Οταν αργά έφθασα στην Αθήνα και πήγα στο μηχανοστάσιο και ζήτησα το τσουβάλι με τα ρεβύθια, 3 άνδρες που ήταν στο μηχανοστάσιο γέλαγαν μαζί μου! Τους είπα ότι στον Πύργο το φόρτωσε ο επιθεωρητής τάδε -δυστυχώς δε θυμάμαι το όνομά του. Μου είπαν ότι αυτοί ανέλαβαν υπηρεσία από την Πάτρα και δεν ξέρουν τίποτα. Κι έτσι, πάνε τα ρεβύθια και τα είχα κουβαλήσει στον ώμο από το Βελιμάχι στο Μοναστηράκι!
Τι βγήκε λοιπόν από τη “μαύρη αγορά” που έκανα; Τι κέρδισα; Μου πήραν οι Ιταλοί τσιγάρα και κουβαρίστρες. Μου πήραν οι χωροφύλακες παξιμάδια και όσπρια, πλήρωσα τον επιθεωρητή για να με βοηθήσει να ανεβάσω δήθεν τα πράγματα στο οτομοτρίς και έγινε αφορμή να χάσω το τσουβάλι με τα ρεβύθια. Γιατί δεν ξέρω αν το έφαγαν οι μηχανοδηγοί ή το τσουβάλι δεν μπήκε καθόλου στην αυτοκινητάμαξα. Κι από πάνω έφαγα και ξύλο και μ’ ανάγκασαν να χαιρετίσω και φασιστικά. Ετσι, με αυτά που τράβηξα, πήρα την απόφαση να μην ξαναπάω σε τόσο μακρινά ταξίδια».
(Γιάννης Παπακωνσταντίνου, «Ενθυμήματα», εκδ. Λινός, τ.Α΄, Αθήνα 1985, σ.109-115).

Οι μαυραγορίτες της περιοχής Μεσογείων και Κορωπίου

Του Θωμά Σ. Πρόφη


Η αναβάθμιση της αξίας των τροφίμων (και των παραγωγών τους) αποτυπώθηκε στα κατοχικά χαρτονομίσματα του 1942 Η αναβάθμιση της αξίας των τροφίμων (και των παραγωγών τους) αποτυπώθηκε στα κατοχικά χαρτονομίσματα του 1942 | ΑΡΧΕΙΟ Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Πολύς θόρυβος έγινε μετά την επιτυχημένη «Ημερίδα για την Κατοχή, την Αντίσταση και την Τραγωδία» που έγινε στο Κορωπί στις 8-10-2016, σχετικά με τα όσα δήθεν είπε κατ’ αυτήν ο καθηγητής Σύγχρονης Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, κ. Γ. Μαργαρίτης.
Νομίζω πως ο κ. Γ. Μαργαρίτης έβαλε το χέρι του «επί τον τύπον των ήλων» και γι’ αυτό, ίσως, ενόχλησε.
Ενόχλησε όμως και για έναν πρόσθετο λόγο: οι ενοχλημένοι γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις της περιοχής κι ο φόβος της αποκάλυψης είναι πάντα ισχυρός.
Είναι όμως καιρός (75 σχεδόν χρόνια έχουν περάσει) να μάθουμε τι συνέβαινε αυτά τα χρόνια της Κατοχής.
Και θα το κάνουμε παραθέτοντας μια σειρά στοιχείων που είτε αφορούν Κορωπιώτες, είτε τα γράφουν Κορωπιώτες σύγχρονοι των κατοχικών γεγονότων.
Στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας πολλά χρόνια πριν.
Η αναβάθμιση της αξίας των τροφίμων (και των παραγωγών τους) αποτυπώθηκε στα κατοχικά χαρτονομίσματα του 1942 ΑΡΧΕΙΟ Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Μαρκ Μαζάουερ μας μεταφέρει τις εντυπώσεις μιας Βρετανίδας που ζούσε στη Σμύρνη, στην ουδέτερη Τουρκία, όταν φίλοι της της διηγήθηκαν «για ανθρώπους που είχαν δολοφονηθεί για λίγες χρυσές λίρες και ύστερα είχαν “κατακρεουργηθεί” κι ομολογούσε πως η “έκπληξή της από όσα άκουγε δεν περιγραφόταν”» («Στην Ελλάδα του Χίτλερ», Αθήνα 1994, σ.15).
Σε εφημερίδες της 14ης Αυγούστου 1942 διαβάζουμε πάλι ότι «υπό του διοικητού της υποδιευθύνσεως Χωροφυλακής Γλυφάδας συνεχίσθηκαν και χθες αι προανακρίσεις διά τον φόνον της ατυχούς Στέλλας Στολίδου, διαπραχθέντα ως γνωστόν την νύχτα της προχθές παρ’ αγνώστων κακοποιών, οι οποίοι αποπειράθησαν να κλέψουν την κατσίκα του θύματος. Εκ των διενεργηθεισών προανακρίσεων προέκυψαν στοιχεία επιβαρυντικά κατά του Γεωργίου Σοφρώνη, ετών 31 εκ Κορωπίου και Ηρακλέους Μεθενίτη, 28 ετών εκ Καλυβίων Αττικής, των οποίων και ενηργήθη η σύλληψις και απομόνωσις εις τα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος Βούλας» (Αρχείο Νικολάου Ταζεδάκη, ΕΛΙΑ).
Ολη αυτή η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί από τον πρώτο κιόλας χρόνο της Κατοχής και η δυσχερέστατη -με βάση τα δεδομένα της εποχής- αντιμετώπισή της, καθώς και η πάση θυσία απαίτηση επιβίωσης, οδήγησε σε πλείστα όσα αντικοινωνικά φαινόμενα εξαθλίωσης: κάποιοι πλούτιζαν και κάποιοι άλλοι υπέφεραν.
Κάποιοι συνέτρωγαν με τους Γερμανούς και Ιταλούς και κάποιοι άλλοι απλά προσπαθούσαν να επιβιώσουν με χόρτα νερόβραστα, χωρίς λάδι.
Ομως η εξαθλίωση γινόταν απόλυτη όταν το «αντάλλαγμα» που απαιτείτο για ένα πιάτο φαΐ, για ένα ποτήρι γάλα, ήταν τεράστιο και ζητιόταν εκβιαστικά.
Δεν ήταν αρκετό το «ο θάνατός σου, η ζωή μου» αλλά η μετατροπή του σε «ο θάνατός σου, ο πλουτισμός μου».
Ετσι εμφανίστηκε ο μαυραγοριτισμός: η μαύρη αγορά και οι υπηρέτες του συστήματος αυτού, οι μαυραγορίτες.
Και επειδή το χρήμα έχανε μέρα με τη μέρα την αξία του, ως αποτέλεσμα της νομισματικής αποδιοργάνωσης στην οποία συνετέλεσε η ταυτόχρονη ύπαρξη πολλών εκδοτικών αρχών (Γερμανική, Ιταλική και Τράπεζα Ελλάδος), η «ανταλλαγή» έγινε ουσιαστικά βασικό στοιχείο συναλλαγής, όπως και οι χρυσές λίρες.
Η αναβάθμιση της αξίας των τροφίμων (και των παραγωγών τους) αποτυπώθηκε στα κατοχικά χαρτονομίσματα του 1942 ΑΡΧΕΙΟ Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το χαρτονόμισμα δεν είχε πια καμιά αξία – «χαρτί εφημερίδας» το αποκαλεί στις δημοσιευμένες αναμνήσεις του ο Κορωπιώτης Μίμης Παπανικολάου.
Οσοι, λοιπόν, δεν είχαν λίρες ή θα έπρεπε να πεθάνουν ή θα έπρεπε να «ανταλλάξουν» την ανάγκη τους αυτή με κάποιο άλλο, ανταλλάξιμο, είδος.
«Εμείς δεν πήραμε ούτε μια σπιθαμή γης ή κάποιο άλλο είδος, όπως έκαναν πολλοί άλλοι, όπως λέμε, για ένα κομμάτι ψωμί», γράφει στις ανέκδοτες αναμνήσεις του ο εκ Κορωπίου καταγόμενος Αθανάσιος Σοφρώνης · διατύπωση που υπονοεί ότι γνωρίζει αυτούς τους «πολλούς άλλους» που το έκαναν.
Ο Μίμης Παπανικολάου τονίζει πάλι πως «άνθρωποι που δεν είχαν παραγωγική εργασία ή κάποια συνεργασία με Γερμανο-Ιταλούς ή μαυραγορίτες, ήταν δύσκολο να ζήσουν. Πουλήθηκαν στην Αθήνα σπίτια και οικόπεδα τεράστιας αξίας για τρόφιμα πέντε ή έξι μηνών» («Οπως τα Εζησα, όπως τα είδα…», Κορωπί 2001, σ.70).
Αλλά και η αείμνηστη φιλόλογος Βασιλική Λέκκα-Χατζή, καταγωγής από το Κορωπί, στο βιβλίο της «Μεσογείτικος Κεφαλόδεσμος» (Αθήνα 1992) επισημαίνει ότι πολλά χρυσαφικά, είδη λαϊκής τέχνης, παραδοσιακά κειμήλια, όπως γιορντάνια, επιστήθια νυφιάτικα κορδόνια, ξελίκια, μπελετζίκια κ.ά., πουλήθηκαν για ένα κομμάτι ψωμί κι έτσι χάθηκαν κι από τα εύπορα ακόμα σπίτια (σ.66).
Και όταν τελείωναν οι λίρες ή τα ακίνητα (χωράφια, σπίτια κ.λπ.), δεν έμενε τίποτε άλλο για ανταλλαγή παρά μόνο το ίδιο το άτομο, αυτό καθαυτό.
Φτάσαμε έτσι στην πορνεία: «Γυναίκες αξιοπρεπέστατες έκαναν σχέση με Γερμανούς ή Ιταλούς ή μαυραγορίτες για να εξοικονομήσουν τρόφιμα για τα παιδιά τους και τις ίδιες. Με μια οκά λάδι μπορούσες να έχεις όποια γυναίκα ήθελες» (Μίμης Παπανικολάου, όπ.π., σ.71).
Ολα αυτά δεν έμεναν έξω απ’ την αντίληψη και το κριτικό στόχαστρο των νέων της εποχής αυτής, ιδιαίτερα μάλιστα σε κλειστές κοινωνίες, όπως αυτές των Μεσογείων.
Καθρέφτης αντιλήψεων και στάσεων ένα «λεύκωμα» μαθητών του Γυμνασίου Κορωπίου της περιόδου 1942-44, που βρίσκεται στο αρχείο του γράφοντος.
Ας παρακολουθήσουμε όμως την αφήγηση του αυτόπτη μάρτυρα Μίμη Παπανικολάου, που μεταφέρει το κλίμα, τις εντυπώσεις και τις εμπειρίες του απ’ αυτήν την εποχή:
«Αρχισε σιγά - σιγά να αναπτύσσεται η “Μαύρη αγορά”. […] Οι κατακτητές είχαν εκδώσει διαταγή ότι απαγορευόταν η μεταφορά τροφίμων από την επαρχία, επί ποινή θανάτου... [...] Με την πάροδο του χρόνου όμως ορισμένοι μαυραγορίτες “πλησίαζαν” τους Ιταλούς, που ήταν πιο ευάλωτοι, τους έδιναν λίρες και περνούσανε τα τρόφιμα μέσα στην Αθήνα. Αργότερα μπήκαν και οι Γερμανοί στο “κύκλωμα”. Από κάποιο σημείο και μετά όχι μόνο τους επέτρεπαν αλλά τα μετέφεραν και με τα δικά τους αυτοκίνητα οι Ιταλοί.
Στη συνέχεια, αφού οι Γερμανο-Ιταλοί συνήθισαν την κατάσταση αυτή, άρχισαν να βγάζουν απ’ τις μονάδες τους βενζίνες, πετρέλαια, λάστιχα και ανταλλακτικά αυτοκινήτων. Ακόμα και τρόφιμα. Τα έδιναν στους μαυραγορίτες, που συνεργάζονταν μαζί τους, και τα πουλούσαν. [...] Χρήματα έκαναν πολλοί Γερμανο-Ιταλοί που ασχολήθηκαν με τον μαυραγοριτισμό αλλά και οι Ελληνες μαυραγορίτες.
Τον πρώτο καιρό οι μαυραγορίτες έκρυβαν τα τρόφιμα κάτω απ’ τα κρεβάτια ή σε κάποια καταπακτή και για να δώσουν “πράγμα” έπρεπε να ήσουν γνωστός ή να πήγαινες “συστημένος” από γνωστό. Μετά όμως που μπήκαν στο κύκλωμα και οι Γερμανοϊταλοί, τα τρόφιμα ήταν ελεύθερα στα καταστήματα των μαυραγοριτών» (όπ.π., σ.71-2).
Εκτός όμως από τους μαυραγορίτες και παράλληλα μ’ αυτούς, την ίδια εκείνη σκληρή εποχή, αναπτύχθηκε και ένα άλλο «επάγγελμα», που άφηνε πολλά χρήματα.
«Ηταν το επάγγελμα του καταδότη», μας πληροφορεί ο Μίμης Παπανικολάου. Και επεξηγεί το τι ακριβώς εννοεί:
«Αυτοί ήταν Ελληνες που ξέρανε Γερμανικά ή Ιταλικά. Αυτούς τους χρησιμοποιούσαν οι κατακτητές επίσημα σαν διερμηνείς. Ανεπίσημα όμως αυτοί μετέδιδαν στους κατακτητές ό,τι μαθαίνανε για μυστικές οργανώσεις και ό,τι άλλο παράνομο έπεφτε στην αντίληψή τους. [...]
Οι καταδότες πληρωνόντουσαν καλά από τους κατακτητές ακόμα και με πολλά τρόφιμα. Αλλά το μεγάλο εισόδημα το αποκτούσαν όταν από κάποιο φάκελο έβλεπαν κάποιο όνομα που εμπλεκόταν σε κάποιαν υπόθεση, οπότε πήγαιναν τον έπιαναν και του ζητούσαν όσες λίρες νόμιζαν, με την υπόσχεση να καταστρέψουν τον φάκελο.
Οι φουκαράδες και λίρες πληρώνανε και καταδικαζόντουσαν από τους Γερμανούς, διότι από Γερμανική υπηρεσία ήταν δύσκολο να εξαφανισθεί φάκελος. Εν αντιθέσει με τους Ιταλούς, που από κει εξαφανίζοντο φάκελοι.... Επίσης οι καταδότες, οτιδήποτε άλλο κι αν μάθαιναν για κάποιον, τον έβρισκαν και του ζητούσαν λίρες με αντάλλαγμα τη σιωπή τους. Πολλές αθλιότητες είχαν κάνει οι καταδότες. Ηταν τα βρωμερότερα κτήνη της Κατοχής» (όπ.π., σ.71-2).
Είναι γνωστές οι δραστηριότητες τέτοιων ανθρώπων και στο Κορωπί, είτε ανήκαν στη κατηγορία των μαυραγοριτών, είτε ανήκαν στους καταδότες (Θωμάς Πρόφης, «Μέρες του 1941-44 στο Κορωπί», Κορωπί 2003, σ.147).
Υπήρξαν όμως και Κορωπιώτες, διερμηνείς των κατακτητών, που τήρησαν εντελώς διαφορετική στάση βοηθώντας πάρα πολλούς συμπολίτες τους να ξεφύγουν και πρόσφεραν γενικά θετικές υπηρεσίες στον τόπο και τους ανθρώπους του (π.χ., Δημήτριος Στεργίου, Καρολίνα Τζάθα, Θωμάς Σκούρτης και άλλοι).
Μετά απ' όλα αυτά μπορούμε να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα.
Κι αυτά δεν μπορεί να είναι διαφορετικά από τα συμπεράσματα στα οποία διάφοροι μελετητές καταλήγουν και που μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:
 Μαύρη αγορά, μαυραγορίτες και συνεργάτες των κατακτητών είναι έννοιες σχεδόν ταυτόσημες. Και έχουν κοινές ιδεολογικές καταβολές (Βάσος Μαθιόπουλος, «Η Ελληνική Αντίσταση και οι “Σύμμαχοι”», Αθήνα 1980, σ.66· Σπύρος Γασπαρινάτος, «Η Κατοχή», Αθήνα 1998, τ.Α΄, σ.241-2).
 Και οι δύο, μαυραγορίτες και συνεργάτες κατακτητών, δεν περιορίζονται σε μία μόνο κοινωνική ομάδα, αλλά υπάρχουν σε όλη την κοινωνία. Βέβαια τον πρώτο λόγο και το πάνω χέρι στην κατάσταση αυτή είχαν οι «πρόκριτοι, οι κτηματίες, οι, γενικά, πλουσιότεροι, που πρωτοστάτησαν» (Μαζάουερ, όπ.π., σ.87). Κοντά σ’ αυτούς υπήρξαν και κάποιοι καινούργιοι πλούσιοι.
Ως «άτομα τυχοδιωκτικά που δρουν σαν μέσα σε ζούγκλα κι ό,τι αρπάξει ο καθένας», τους περιγράφει χαρακτηριστικά ο Γιώργος Θεοτοκάς («Τετράδια Ημερολογίου (1939-1953)», Αθήνα [1987], σ.387).
Μια βιεννέζικη εφημερίδα περιέγραφε μάλιστα πώς η παλιά πλουτοκρατία της Ελλάδας αντικαθίστατο από μια καινούργια, πιο χυδαία, εκδοχή της: «Συνήθως ταπεινής καταγωγής και με εκπληκτική έλλειψη παιδείας, δίνουν στους ξένους την εντύπωση ότι εξευτελίζουν εντελώς την Ελληνική πολιτιστική ζωή» (Μαζάουερ, όπ.π., σ.87).
Εξίσου χαρακτηριστικό γι’ αυτή την καινούρια είναι ένα χρονογράφημα της εποχής που υπογράφει ο Δ. Παπαδήμας και το μεταφέρει ο Σόλωνας Γρηγοριάδης στην «Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος» (τ.Α΄, σ.220).
 Η Μαύρη αγορά και τα συνακόλουθά της είναι ανήθικα. Αυτό πάντως που μπορεί να εξαχθεί ως το θεμελιώδες πολιτικό γεγονός από τη μελέτη της όλης κατάστασης της Κατοχής είναι ότι ο αριθμός εκείνων που είχαν φτωχύνει (χωρίς πάντα να σημαίνει ότι ήταν ιδιαίτερα πλούσιοι προηγουμένως) και εξευτελιστεί από την οικονομική συντριβή και την ανάγκη επιβίωσης ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό αυτών που κέρδιζαν. Ιδού, λοιπόν, όλη η κοινωνία -τοπική αλλά και ευρύτερη- όπως διαμορφωνόταν με το ξεκίνημα της Κατοχής: χωρισμένη, ουσιαστικά, σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα ευθύς εξαρχής.
Από τη μια οι φιλήσυχοι αγρότες, κυρίως, και οι μικροεπαγγελματίες που έχασαν μέσα σε μια μέρα τα πάντα και εξάρτησαν την επιβίωσή τους αποκλειστικά από την άσκηση κάποιας χειρωνακτικής εργασίας.
Από την άλλη, οι συνεργάτες των κατακτητών που εξάρτησαν τη δική τους επιβίωση (αλλά και τον πλουτισμό τους) στην εκμηδένιση, τον εξευτελισμό και τον αφανισμό ακόμα, των υπολοίπων συνανθρώπων τους.