Εκκλησία - Πολιτεία: οι πραγματικές εκκρεμότητες

Η διαφαινόμενη κρίση στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας φάνηκε να καταλαγιάζει με την «άρση των παρεξηγήσεων» που επετεύχθη κατά τη συνάντηση της περασμένης Τετάρτης στο
μέγαρο Μαξίμου.
Αλλά ήταν δυνατόν κάποιες απλές «παρεξηγήσεις» να οδήγησαν στα πρόθυρα της ρήξης και μάλιστα να υπονόμευσαν τόσο καίρια –έστω και προς στιγμήν– τις σχέσεις μεταξύ πρωθυπουργού και αρχιεπισκόπου; Και είναι δυνατόν να τα προκάλεσε όλα αυτά η διαφωνία για τον τρόπο διδασκαλίας των θρησκευτικών;
Το κλειδί για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα είναι να εντοπίσουμε τη στιγμή που ο αρχιεπίσκοπος αποφάσισε να ανεβάσει τους τόνους και κυρίως να προσωποποιήσει την επίθεσή του στον υπουργό Παιδείας.
Ηταν όταν ο Ν. Φίλης αναφέρθηκε στις δύο σκοτεινές ιστορικές περιόδους, την Κατοχή και τη δικτατορία, κατά τις οποίες η πλειονότητα της διοικούσας Εκκλησίας δεν αντέδρασε όπως έπρεπε.
Παρά το γεγονός ότι αυτή η παρατήρηση ανταποκρίνεται απολύτως στα ιστορικά γεγονότα, ο αρχιεπίσκοπος θεώρησε υποχρέωσή του να αντιδράσει. Φάνηκε μ’ αυτόν τον τρόπο ότι λειτουργεί με βάση τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων της Ιεραρχίας, όπου πληθαίνουν οι «σκληροί» μητροπολίτες, εκείνοι που θεωρούν εντελώς απαράδεκτη κάθε συζήτηση και συμφωνία με την παρούσα κυβέρνηση.
Ο κ. Ιερώνυμος έκανε τρεις κινήσεις που επιβεβαιώνουν αυτή του την πρόθεση:
- Στην ομιλία του προς την Ιερά Σύνοδο την περασμένη Τρίτη χρησιμοποίησε επιδεικτικά μεγάλο παράθεμα από κείμενο του γνωστού για τις φονταμενταλιστικές του απόψεις μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ.
- Λειτουργώντας προφανώς υπό τις εντολές του προϊσταμένου του, ο εκπρόσωπος Τύπου της Αρχιεπισκοπής Χάρης Κονιδάρης εξαπέλυσε την Τετάρτη από το «Βήμα FM» και τον «Σκάι» προσωπική επίθεση στον Νίκο Φίλη, με ακραίους χαρακτηρισμούς και την απειλή (που βέβαια κατέπεσε λίγες ώρες αργότερα) ότι δεν πρόκειται να τον συναντήσει ο αρχιεπίσκοπος.
- Δέχτηκε να τον συνοδεύσουν στο Μαξίμου τρεις «σκληροί» της Ιεραρχίας (οι μητροπολίτες Σπάρτης Ευστάθιος, Φθιώτιδος Νικόλαος και Μεσογαίας Νικόλαος), οι οποίοι είχαν ήδη εκφράσει τα αντικυβερνητικά τους αισθήματα. Αντίθετα δεν περιλήφθηκε στη συνοδεία του ο μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, εκείνος δηλαδή ο οποίος είχε χρεωθεί την εισήγηση για το μάθημα των θρησκευτικών στη συνεδρίαση της Ιεραρχίας τον περασμένο Μάρτιο!
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι με την επιδεικτική αυτή στροφή ο κ. Ιερώνυμος επιχείρησε να γεφυρώσει το χάσμα που είχε δημιουργηθεί το καλοκαίρι στην Ιεραρχία με την υπόθεση της Πανορθόδοξης Συνόδου στα Χανιά.
Το επιβεβαιώνει η ειδική αναφορά του αρχιεπισκόπου στον Σεραφείμ, ο οποίος υπήρξε από τους πρώτους που εναντιώθηκαν στη συνύπαρξη με τους «αιρετικούς», αμφισβητώντας τη Σύνοδο. Αλλά δεν ήταν μόνο ή κυρίως αυτό.

Ο διάλογος υπήρξε

Η βασική κατηγορία του κ. Κονιδάρη εναντίον του υπουργού Παιδείας ήταν ότι χρησιμοποίησε ψεύδη και συκοφαντίες: «Το μεγαλύτερο ψεύδος ήταν ότι διεξήχθη διάλογος». Αλλά διάλογος όντως διεξήχθη. Μάλιστα στην εισήγησή του προς την Ιεραρχία, στις 9.3.2016, ο κ. Ιερόθεος αναφέρεται στη συγκρότηση επιτροπής μητροπολιτών με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, προκειμένου να διεξαχθεί σχετική συζήτηση με τον υπουργό:
«Η επιτροπή συγκροτήθηκε από τους μητροπολίτες Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο, Καστορίας κ. Σεραφείμ, Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγο» και «έγινε ευρύτατη συζήτηση μεταξύ της επιτροπής μας και του υπουργού Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων κ. Νικολάου Φίλη, παρόντων του γενικού γραμματέως Θρησκευμάτων κ. Γεωργίου Καλαϊτζή και του προέδρου του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής κ. Γερασίμου Κουζέλη και από τη συζήτηση διεφάνη ότι υπάρχει διαφορετική αφετηρία και προοπτική».
Διάλογος συνεπώς έγινε. Αλλά διάλογος δεν σημαίνει υποχρεωτικά και απόλυτη συμφωνία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην ίδια εισήγηση ο κ. Ιερόθεος δεν παρέλειπε να επισημαίνει ότι δεν πρέπει το μάθημα των θρησκευτικών να έχει «ομολογιακό-κατηχητικό χαρακτήρα» και ότι ποτέ δεν είχε παρόμοιο περιεχόμενο. Παραδεχόταν επίσης ότι «η Εκκλησία με τα κατηχητικά της μπορεί να βοηθήσει».
Η πρόταση του κ. Ιερόθεου, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, «έγινε αποδεκτή στο σύνολό της από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, ως κατάλληλη για την περίοδο αυτή», αλλά «σχολιάστηκε αρνητικώς από μερικούς συντηρητικούς κύκλους.
Ομως, αυτοί αγνοούν ή παραθεωρούν ότι το ισχύον Αναλυτικό Πρόγραμμα έχει σε μεγάλο ποσοστό θρησκειολογικά στοιχεία, έχει πολλές φιλελεύθερες απόψεις σε εκκλησιαστικά θέματα και ότι δεν μπορεί να εισαχθεί στα σχολεία κατηχητικό και ομολογιακό μάθημα, γιατί αυτό θα είχε και άλλες συνέπειες, ήτοι θα ζητήσουν και όσοι ανήκουν σε άλλες θρησκείες ή ομολογίες να εισαχθούν ομολογιακά βιβλία ή θα αυξηθούν οι αιτήσεις απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών».
Με αυτές τις θέσεις είναι κατανοητό για ποιο λόγο δεν περιλήφθηκε την Τετάρτη στη συνοδεία του αρχιεπισκόπου ο κ. Ιερόθεος. Οπως όμως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά της Ιεράς Συνόδου, το καίριο ζήτημα για την Ιεραρχία δεν είναι το ακριβές περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, αλλά το ποιος αποφασίζει γι’ αυτό το περιεχόμενο.
Η διαφωνία του κ. Ιερώνυμου με τον κ. Φίλη εντοπίζεται σ’ αυτό ακριβώς το σημείο: αν για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης είναι «συναρμόδια» και η διοίκηση της Εκκλησίας, μαζί με το υπουργείο Παιδείας.
Σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο συγκλίνουν στο εσωτερικό της Ιεραρχίας «συντηρητικοί» και «προοδευτικοί». Και αυτό είναι που εξηγεί την αιφνίδια προσχώρηση του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου σε θέσεις συντηρητικών μητροπολιτών. Η ομιλία του στη συνεδρίαση της Ιεραρχίας είναι εξόχως αποκαλυπτική.
Ο κ. Ιερώνυμος παραδέχτηκε ότι το πρόβλημά του δεν είναι τόσο ο τρόπος διδασκαλίας των θρησκευτικών όσο η ίδια η παρουσία μιας αριστερής κυβέρνησης στην εξουσία.
Μήπως ξαναζούμε μέρες του 2000, όταν ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πρόβαλλε την αντίθεσή του στην αλλαγή των ταυτοτήτων, ενώ στην πραγματικότητα διεκδικούσε να μη θιγεί κανένα από τα προνόμια της Εκκλησίας σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής;
Υπάρχει μια φαινομενική ομοιότητα. Ο Χριστόδουλος επέλεξε τη μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση Σημίτη, χρησιμοποιώντας ως αφορμή την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, αμέσως μετά τις εκλογές, στις οποίες είχε μεν επικρατήσει το ΠΑΣΟΚ, αλλά με οριακή πλειοψηφία.
Η κίνησή του είχε σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά και σφραγίστηκε από τη συμμετοχή τού τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κώστα Καραμανλή στην εκστρατεία συλλογής υπογραφών για δημοψήφισμα.
Πάλι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών και, καθώς φαίνεται, η Εκκλησία, σκληραίνοντας τη στάση της απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, ανοίγει τον δρόμο της συνεργασίας με τους υποψήφιους διαδόχους του.
Αλλά ο Ιερώνυμος δεν είναι Χριστόδουλος. Ούτε φαίνεται να επιθυμεί να γίνει. Οπως διαφαίνεται από την ομιλία του, εκείνο που κυρίως τον απασχολεί δεν είναι το μάθημα των θρησκευτικών, αλλά τα οικονομικά ζητήματα της Εκκλησίας και η διαχείριση της περιουσίας της.
Ο κ. Ιερώνυμος είναι ειδικευμένος στα ζητήματα αυτά. Υπήρξε επί χρόνια υπεύθυνος διαχειριστής των ταμείων της Εκκλησίας και η ενασχόλησή του αυτή του στοίχισε ενδεχομένως την ανάδειξή του στον θρόνο του αρχιεπισκόπου το 1998, όταν κατηγορήθηκε αδίκως για ατασθαλίες.
Στην ομιλία του αφιέρωσε 50 σελίδες στα οικονομικά ζητήματα και μόνο 3 στο μάθημα των θρησκευτικών, όπου απλώς επανέλαβε όσα είχε γράψει ο Χριστόδουλος στο «Βήμα» πριν από 20 χρόνια (28.5.1995), απαντώντας στον Δημήτρη Τσάτσο, ο οποίος είχε ζητήσει την κατάργηση του μαθήματος ή τουλάχιστον τη μετατροπή του σε προαιρετικό («Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 22.1.1995).
Από τότε η άποψη του Χριστόδουλου είχε απαντηθεί με κείμενο του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γιώργου Σωτηρέλη («Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 11.6.1995).
Επομένως άλλο πράγμα φοβάται ο κ. Ιερώνυμος. Για τον αρχιεπίσκοπο ο χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους σημαίνει δημιουργία προβλημάτων στα οικονομικά της Εκκλησίας.
Ο ίδιος αφιέρωσε τη μισή του ομιλία στο ιστορικό της εκκλησιαστικής περιουσίας, περιγράφοντας με μελανά χρώματα την «αρπαγή» αυτής της περιουσίας από κάθε λογής κυβερνήσεις από την περίοδο του Οθωνα.
Είναι εξάλλου γνωστό ότι έχει συγγράψει και σχετικά βιβλία, με πιο πρόσφατο το «Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου» (Αθήνα, 2012).
Η αντιπρότασή του προς την πολιτεία είναι η «αξιοποίηση» αυτής της περιουσίας, μέσω της άρσης των περιορισμών που κατά τη γνώμη του κρατούν αυτή τη στιγμή δέσμια όση έχει απομείνει.
Οπως προκύπτει ανάγλυφα, αυτό που διακυβεύεται είναι μια σειρά «εξαιρέσεων» από τη νομιμότητα, τις οποίες έχει κατά καιρούς κατακτήσει η Εκκλησία, χωρίς βέβαια αυτό να προκύπτει από τις λειτουργικές της ανάγκες και τον ειδικό θεσμικό ρόλο της. Και αυτές οι «εξαιρέσεις» στοιχίζουν στην πολιτεία, γιατί τις πληρώνουν με πολλούς τρόπους οι ίδιοι οι πολίτες.

Το παράδειγμα της Ναοδομίας

Ισως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση παρόμοιας «εξαίρεσης», την οποία με νύχια και δόντια επιχειρεί να διατηρήσει σε ισχύ η Ιεραρχία, είναι η περιβόητη Ναοδομία, η ειδική δηλαδή πολεοδομική διαχείριση των οικοδομών της Εκκλησίας, κατά παράβαση κάθε συντελεστή δόμησης και κάθε άλλου οικοδομικού περιορισμού.
Υποτίθεται ότι αυτή η εξαίρεση έχει θεσπιστεί προκειμένου να διευκολυνθεί η ανέγερση ναών, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, κάτι που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό, μέσα σε ορισμένο πλαίσιο.
Γνωρίζουμε όμως ότι έχουμε φτάσει στο αντίθετο αποτέλεσμα. Και όχι μόνο έχουν ανεγερθεί ιερά «εκτρώματα», αλλά είναι πασίγνωστη μέθοδος «νόμιμης» αυθαιρεσίας η ανέγερση ενός μικρού ναού στο κτήμα κάποιας βίλας, έτσι ώστε να υπαχθεί το σύνολο του οικοδομήματος στις ελαστικές προδιαγραφές της Ναοδομίας.
Διαθέτουμε ένα χτυπητό παράδειγμα στο κέντρο της Αθήνας. Πρόκειται για έναν «ναό», ο οποίος ταυτόχρονα είναι τετραώροφη πολυκατοικία!
Η «μονή»-πολυκατοικία της «Χρυσοπηγής» στο Παγκράτι με την κεραία κινητής τηλεφωνίας στην ταράτσα Η «μονή»-πολυκατοικία της «Χρυσοπηγής» στο Παγκράτι με την κεραία κινητής τηλεφωνίας στην ταράτσα |
Το κτίσμα αυτό ανήκει στη γνωστή εκκλησιαστική οργάνωση «Χρυσοπηγή», η οποία έλαβε επίσημη μορφή επί χούντας με την υπογραφή του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Ηταν δημιούργημα του (αρχιμανδρίτη τότε) Καλλίνικου Καρούσου, του Αμβρόσιου Λενή και του Χριστόδουλου Παρασκευαΐδη.
Ο πρώτος έγινε αργότερα μητροπολίτης Πειραιά και παραμένει επικεφαλής της οργάνωσης «Χρυσοπηγή», παρά το γεγονός ότι έχει παραιτηθεί από χρόνια. Ο δεύτερος είναι ακόμα και σήμερα μητροπολίτης Καλαβρύτων και διαπρέπει σε χριστιανικά κηρύγματα του τύπου «να σαπίσει το χέρι του Φίλη».
Ο τρίτος έγινε αρχιεπίσκοπος, αφού πρώτα είχε εξουδετερωθεί ο μετέπειτα διάδοχός του, με τις καταγγελίες για οικονομικά σκάνδαλα.
Αυτός ο «ναός»-πολυκατοικία της «Χρυσοπηγής» βρίσκεται στο Παγκράτι, στην οδό Στέντορος, αριθμός 4.
Εχουμε ήδη επισημάνει τον λόγο που έχει φέρει στην επικαιρότητα το κτίσμα αυτό («Οταν ο σταυρός γίνεται κεραία», «Εφ.Συν.», 14.9.2016). Στις 28.7.2016 οι περίοικοι διαπίστωσαν ότι στην ταράτσα του κτίσματος αυτού τοποθετήθηκε μια τεράστια κεραία κινητής τηλεφωνίας.
Υπήρξε μεγάλη ανησυχία, για τον πρόσθετο λόγο ότι η εγκατάσταση έγινε με συγκαλυμμένο τρόπο και οι τεχνικοί που εγκαθιστούσαν την κεραία δήλωναν ότι πρόκειται για «κλιματιστικά μηχανήματα». Οταν οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν στον ίδιο τον Καλλίνικο, έλαβαν την απάντηση ότι «η κεραία είναι νόμιμη και δεν κατεβαίνει. Ο ιερός ναός πρέπει να έχει ένα εισόδημα».
Οι άδειες είναι από τη Ναοδομία. Το είδος του κτίσματος φαίνεται στα σχέδια της Cosmote Οι άδειες είναι από τη Ναοδομία. Το είδος του κτίσματος φαίνεται στα σχέδια της Cosmote |
Υποχρεώθηκαν οι κάτοικοι να απευθυνθούν στις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητα της εγκατάστασης. Και τότε διαπίστωσαν ότι το σύνολο του οικήματος δεν έχει κανονική άδεια οικοδομής.
Υπάρχει μια πρώτη «άδεια ανεγέρσεως Πνευματικού Κέντρου της Ιεράς Συνοδικής Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας της Χρυσοπηγής εις Παγκράτιον», η οποία επικαλείται τον νόμο 590/77 (άρθρο 47, παρ. 2), σύμφωνα με τον οποίο, «διά την ανέγερσιν ή επισκευήν των μητροπολιτικών μεγάρων, ιερών Μονών και Ιερών Ναών, μετά των κτισμάτων αυτών, την σχετικήν άδειαν χορηγεί ο ΟΔΕΠ διά της εγκρίσεως της σχετικής μελέτης υπό της αρμοδίας Τεχνικής Υπηρεσίας αυτού, μετά γνωμοδότησιν της παρ’ αυτώ Επιτροπής Εργων».
Την άδεια έχει εκδώσει η Διεύθυνσις Ναοδομίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας και υπογράφεται από τον αρχιγραμματέα Δαυλείας Δαμασκηνό (24.6.1997).
Επειδή χρειάστηκαν αλλαγές στα αρχικά σχέδια απαιτήθηκε νέα άδεια στις 19/12/2002, η οποία φέρει την υπογραφή του διευθυντή της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών, Κωνσταντίνου Πυλαρινού. Και έτσι προέκυψε το εξάμβλωμα που φαίνεται στη φωτογραφία (ρετιρέ πάνω από εκκλησία!).
Οι περίοικοι συγκρότησαν την «Αγωνιστική Επιτροπή Στέντορος» και κατήγγειλαν στην αρμόδια ΔΟΥ ότι «το κτίσμα δεν έχει τις νόμιμες άδειες» και ότι «πέραν του ιερού ναού στο ισόγειο του κτίσματος δεν είναι καν δηλωμένοι οι όροφοι και τα διαμερίσματα που έχουν ανεγερθεί από πάνω» και ζητούν «άμεσο έλεγχο για τη δήλωση ή μη, όλων των κατασκευών (ορόφων, τετραγωνικών κ.λπ.) άνωθεν του ιερού ναού, τη βεβαίωση του αναλογούντος ΕΝΦΙΑ καθώς και την επιβολή προστίμων λόγω ψευδούς δήλωσης και απόκρυψης τετραγωνικών με αποτέλεσμα τη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου».

Διαβήματα

Ανάλογα διαβήματα έχουν γίνει προς τη ΔΕΗ, αλλά και προς την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας στην οποία ανήκει η κεραία (Cosmote). Από τις 28.9 υπάρχει και ομόφωνη απόφαση του 2ου Διαμερίσματος του Δήμου Αθηναίων για την απομάκρυνση της κεραίας.
Επειτα από αυτές τις αντιδράσεις έσπευσε ο «ηγούμενος» της «μονής»-πολυκατοικίας πρώην Πειραιώς Καλλίνικος να ζητήσει από την Cosmote τη λύση της σύμβασης και την απομάκρυνση της κεραίας.
Στο σχετικό έγγραφο ο Καλλίνικος αναφέρει ότι «το τελευταίο διάστημα έχουν δημιουργηθεί έντονες αντιδράσεις από περίοικους της περιοχής. Ειδικότερα συγκεντρώνονται έξω από τη Μονή και φωνάζουν διάφορα υβριστικά σχόλια και απειλές και δημιουργούν διαρκώς εντάσεις και επεισόδια με αποτέλεσμα να δημιουργείται κλίμα ταραχής και αναστάτωσης τόσο στη Μονή όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
Η κατάσταση εξελίσσεται με τέτοιον τρόπο που φοβόμαστε βάσιμα ότι σε λίγο καιρό θα είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και δεν θα είναι δυνατό ούτε να λειτουργεί ο ιερέας» (αρ. πρωτ. 530/17.9.2016).
Η υπόθεση φαίνεται να οδηγείται σε λύση, ως προς το ζήτημα βέβαια μόνο της κεραίας. Αλλά το παράδειγμα είναι διδακτικό. Αυτά τα «ιερά» αυθαίρετα και οι λοιπές εξωλατρευτικές προνομίες της Εκκλησίας είναι που ενώνουν τον σημερινό αρχιεπίσκοπο με τον παλιό του πολέμιο Αμβρόσιο.
Εξάλλου, μεταξύ των διαφόρων επιτυχιών της θητείας του ο κ. Ιερώνυμος, στην ίδια ομιλία του, αναφέρθηκε εκτενώς σε μια σκανδαλώδη τροπολογία που είχε ψηφιστεί επί κυβέρνησης Σαμαρά:
Αναγνωρίσθηκαν αναδρομικά από την Πολιτεία ως αρμοδίως εκδοθείσες όλες οι οικοδομικές άδειες της Ναοδομίας της Εκκλησίας της Ελλάδος από της καταργήσεως του ΟΔΕΠ (13.10.1988) έως την έναρξη ισχύος του νόμου (άρθρο 25 του νόμου 4122/2013, ΦΕΚ Α 42/19.2.2013). Ετσι επιλύθηκε μια αμφιβολία που είχε δημιουργηθεί στην νομολογία των δικαστηρίων
Αυτή την τροπολογία που καλύπτει κάθε λογής αυθαιρεσίες που είχαν διαπραχθεί στο διάστημα των 25 χρόνων (1988-2013), ο ΣΥΡΙΖΑ την καταψήφισε. Κι αυτό δεν του το συγχωρούν σήμερα ούτε ο αρχιεπίσκοπος ούτε οι μητροπολίτες που συμπλέουν μαζί του.




Δημήτρης Ψαρράς
efsyn.gr
.