Βαρομετρικό χαμηλό πάνω από τη δικαιοσύνη

Συνεδρίαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας όταν εκδικάστηκαν τον περασμένο Ιούλιο οι αιτήσεις ακυρώσεως των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.
Με παραιτήσεις και πειθαρχικές διώξεις άρχισε το νέο δικαστικό έτος, προκαλώντας τριγμούς στο σώμα, υποβόσκουσα δυσαρέσκεια αλλά και πολιτικές
αντιπαραθέσεις.
Δεν πέρασαν καλά καλά 20 ημέρες από την έναρξη της δικαστικής σεζόν και αυτή σημαδεύτηκε από δύο παραιτήσεις αντιπροέδρων του ΣτΕ από την ένωσή τους αλλά και μία δίωξη που θα οδηγήσει σε έκπτωση του νεοεκλεγέντος προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Ισ. Ντογιάκου από τα καθήκοντά του. Το πολεμικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί στη Δικαιοσύνη οδήγησε, όπως φαίνεται, τον πρωθυπουργό στην απόφαση να επισπεύσει τη συνάντηση με τους επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων με αφορμή τα μισθολογικά τους, σε μια προσπάθεια να μην ανοιχθεί κι άλλο μέτωπο και να πέσουν οι τόνοι...
Η απόφαση των δύο αντιπροέδρων του ΣτΕ να αποχωρήσουν από την ένωση δικαστών του ανωτάτου δικαστηρίου με αφορμή την ανακοίνωση του προέδρου για τη ματαίωση της κρίσιμης διάσκεψης για τις τηλεοπτικές άδειες ήταν μάλλον απρόσμενη, αλλά ενδεικτική του κλίματος που επικράτησε μέσα στην αίθουσα αμέσως μετά την τοποθέτηση του προέδρου Ν. Σακελλαρίου για το θέμα των αδειών.
Η φράση του ότι πρόκειται για ένα κρίσιμο ζήτημα ενόχλησε κάποια από τα μέλη της Ολομέλειας, ωστόσο αυτό που «ξεσήκωσε» ήταν η αιτιολογία του προέδρου για τους λόγους διακοπής της διάσκεψης, την οποία απέδωσε στο «κλίμα που έχει δημιουργηθεί με δημόσιες τοποθετήσεις για την έκβαση της απόφασης του δικαστηρίου». Μερίδα δικαστών διατυπώνει την άποψη ότι όταν ο πρόεδρος καλεί την Ολομέλεια σε διάσκεψη, η απόφαση για τη ματαίωσή της πρέπει να βρίσκει σύμφωνη την πλειοψηφία των μελών της, ενώ σημειώνουν ότι σε τέτοια θέματα απαιτούνται προσεκτικοί χειρισμοί για να μην μπαίνει το δικαστήριο στο... στόμα του λύκου και πλήττεται το κύρος και η αξιοπιστία του.
Και εξηγούν: Από τη στιγμή που η ολομέλεια συζήτησε το θέμα του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες τον περασμένο Ιούλιο, γεγονός ασυνήθιστο αφού οι δικαστικές διακοπές είχαν αρχίσει, η διάσκεψη έπρεπε να είχε γίνει συντομότερα και να είχε εκδοθεί απόφαση. «Τα θέματα που αφορούν την κοινωνία» έλεγαν δικαστικές πηγές «δεν μπορούν να μπαίνουν στο ίδιο καλάθι με άλλα. Γι' αυτήν την υπόθεση, η διάσκεψη έπρεπε να είχε οριστεί στα μέσα του Αυγούστου και στα τέλη να είχε εκδοθεί η απόφαση». Σε ερώτηση του «Εθνους» εάν συνηθίζεται να ματαιώνονται οι διασκέψεις, οι ίδιες πηγές λένε ότι αυτό συμβαίνει σπάνια. Θα μπορούσε να συμβεί εάν για παράδειγμα δεν είναι έτοιμος ο εισηγητής και δεν έχει εξετάσει τη νομολογία ενός θέματος. Σε αυτήν την περίπτωση ο πρόεδρος του δικαστηρίου ζητεί από τον εισηγητή να ολοκληρώσει τη νομική του έρευνα και διακόπτει τη διάσκεψη, δίνοντας νέο ραντεβού ή απευθύνοντας πρόσκληση για λίγες ημέρες αργότερα.
Η διακοπή της διάσκεψης για το θέμα των τηλεοπτικών αδειών από τον πρόεδρο του ΣτΕ Ν. Σακελλαρίου ήταν η αφορμή της αποχώρησης από την Ενωση Δικαστών των δύο αντιπροέδρων Χρ. Ράμμου και Κ. Σακελλαροπούλου.
Η διακοπή της διάσκεψης για το θέμα των τηλεοπτικών αδειών από τον πρόεδρο του ΣτΕ Ν. Σακελλαρίου ήταν η αφορμή της αποχώρησης από την Ενωση Δικαστών των δύο αντιπροέδρων Χρ. Ράμμου και Κ. Σακελλαροπο
Οι επιστολές
Η αποχώρηση των δύο ανώτατων δικαστών Σακελλαροπούλου και Ράμμου από την ένωση των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας συνοδεύτηκε από δύο σκληρές επιστολές, με τον κ. Ράμμο να κάνει λόγο για «αρνησιδικία» αλλά και για «ατόπημα» που αφορά τη λειτουργία του θεσμού του δικαστηρίου. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τον δικαστικό λειτουργό, είναι πρωτοφανές ένας δικαστής να απέχει ή να παραιτείται από το συνταγματικό του καθήκον να διασκεφθεί και να εκδώσει απόφαση επικαλούμενος το... κλίμα. Αυτό συνιστά για τον αποχωρούντα δικαστή του ανωτάτου δικαστηρίου αρνησιδικία και εξ αυτού του λόγου πήρε την απόφαση να αποχωρήσει από τη δικαστική ένωση.
Με τις επιστολές τους οι δύο δικαστές διαφώνησαν ανοιχτά τόσο με την ανακοίνωση του προέδρου κ. Σακελλαρίου όσο και με την ανακοίνωση λίγες ώρες αργότερα της ένωσης, με την οποία υιοθετήθηκε η άποψη του προέδρου του δικαστηρίου. «Η ένωση αγωνίστηκε και πέτυχε να κρατήσει την αυτονομία της και τον διακριτό της ρόλο τόσο απέναντι στον πρόεδρο του δικαστηρίου όσο και στη Διοικητική Ολομέλεια, στην οποία το μεγαλύτερο μέρος των μελών της δεν μετέχει» αναφέρει με νόημα η κ. Σακελλαροπούλου. Δικαστικές πηγές αναφέρουν ότι με την τροπή που πήραν τώρα τα πράγματα στο Συμβούλιο της Επικρατείας το κλίμα είναι πια βαρύτερο, ενώ σε αυτό ήρθε να προστεθεί και η κυβερνητική επιλογή να δει ο πρωθυπουργός τους επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων λίγες ώρες μετά τις παραιτήσεις των δύο δικαστών προκειμένου να τους ενημερώσει για τα μισθολογικά τους, κάνοντας λόγο για αυξήσεις στις αποδοχές των δικαστών που κατέχουν θέσεις ευθύνης, δηλαδή των επικεφαλής. Η χρονική συγκυρία που επελέγη γι' αυτό το ραντεβού χαρακτηρίζεται ατυχής, αφού πολλοί δικαστές εξέλαβαν την κίνηση αυτή ως προσπάθεια «εξευμενισμού»...
Μάλιστα η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων αντέδρασε με ανακοίνωσή της, δηλώνοντας τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός συνάντησε τους επικεφαλής των δικαστηρίων και όχι τους συνδικαλιστές. Μετά τη χθεσινή συνάντηση του πρωθυπουργού με τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας η ΕΧΕ εκφράζει την πεποίθησή της ότι ο πρωθυπουργός θα κάνει δεκτό το αίτημα των ενώσεων για πραγματοποίηση συνάντησης, το οποίο έχει υποβληθεί από τον Απρίλιο του 2016. «Οι δικαστικές ενώσεις είναι κατά το Σύνταγμα οι μόνες αρμόδιες να εκφράζουν αυθεντικά τη βούληση και τις θέσεις των συνάδελφων τους», λένε με νόημα.
Θεματοφύλακες
Στον αντίποδα, οι επικεφαλής των δικαστηρίων πέρασαν στην αντεπίθεση και με μια κοινή δήλωση υπεραμύνθηκαν της επιλογής τους να δουν τον πρωθυπουργό για το θέμα των αποδοχών τους, το οποίο χαρακτηρίζουν θεσμικό ζήτημα. Μάλιστα σε ενοχλημένο ύφος ζήτησαν να σταματήσουν οι υποδείξεις σημειώνοντας: «Πρώτιστο καθήκον των επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων είναι η διαφύλαξη του κύρους και της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, συνάρτηση της οποίας, ως θεσμικό και όχι ως οικονομικό ζήτημα, αποτελεί και το ύψος του μισθολογίου τους, ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωσή τους, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα (άρθρο 88). Συνεπώς δικαιούνται και υποχρεούνται να εκδηλώνουν ενδιαφέρον και για το εν λόγω θέμα, το οποίο, μαζί με άλλα θεσμικά θέματα που χρήζουν άμεσης επίλυσης για τη βελτίωση της ποιότητας και της ταχύτητας στην απονομή της Δικαιοσύνης (αύξηση οργανικών θέσεων, μηχανοργάνωση δικαστηρίων, συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις), καθώς και θέματα Δικαιοσύνης που σχετίζονται με την υπό σχεδιασμό αναθεώρηση του Συντάγματος, συζητήθηκαν στη χθεσινή συνάντηση με τον πρωθυπουργό, ύστερα από αίτημα των προέδρων, επ' ευκαιρία της έναρξης του νέου δικαστικού έτους και επ' ευκαιρία της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Παρόμοια συνάντηση είχε πραγματοποιηθεί και επί πρωθυπουργίας κ. Σαμαρά, με τους τότε προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων.
Η προσπάθεια ορισμένων πολιτικών κομμάτων να εμπλέξουν τα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης σε κομματικά παιχνίδια είναι απαράδεκτη και πρέπει, επιτέλους, να σταματήσει. Οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων και γενικότερα όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν χρειάζονται υποδείξεις από κανέναν για να εφαρμόσουν το Σύνταγμα και τους νόμους, χωρίς βεβαίως να βρίσκονται απομονωμένοι από την κοινωνία και τα προβλήματά της. Ως εκ τούτου η επικοινωνιακή διαχείριση της συνάντησης από ορισμένες πλευρές υπήρξε ατυχής και άστοχη».
Το μισθολογικό φαίνεται ότι θα αποτελέσει ένα ακόμη κομμάτι αντιπαράθεσης, αυτήν τη φορά όχι μεταξύ των δικαστών αλλά μεταξύ αυτών και της κυβέρνησης, αφού ήδη όλες οι δικαστικές ενώσεις έχουν χαράξει τις κόκκινες γραμμές τους, λέγοντας όχι σε οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους. «Επί πέντε μήνες ζητούσαμε συνάντηση με τον πρωθυπουργό και αυτή δεν έγινε» λέει στο «Εθνος της Κυριακής» πρόεδρος δικαστικής ένωσης, τονίζοντας ότι όταν ήταν στην αντιπολίτευση «ζητήσαμε το ραντεβού το πρωί και το απόγευμα ο κ. Τσίπρας μάς δέχθηκε». Βαρύ όμως είναι το κλίμα και στην Εισαγγελία Εφετών, μετά την επίδοση στα χέρια του Ισ. Ντογιάκου της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Οργάνου του Αρείου Πάγου.
Μιας απόφασης που σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο δείχνει στον νεοεκλεγέντα προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών τον δρόμο προς την έξοδο, παρά το γεγονός ότι επελέγη πρόσφατα από τους συναδέλφους του για δεύτερη φορά στο τιμόνι της Εισαγγελίας. Πώς καταργείται αυτή η προτίμηση; λένε εισαγγελείς εφετών, οι οποίοι είδαν στην υπόθεση Ντογιάκου μια προσπάθεια περιορισμού του δικαιώματός τους να επιλέγουν εκείνοι τον συνάδελφο που θα ηγείται της υπηρεσίας. Εκείνο που «ενόχλησε» περισσότερο όμως ήταν ο τρόπος που έγινε, αφού, όπως λένε, το θέμα Ντογιάκου θα μπορούσε να παραμείνει στο επίπεδο του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού, με την ποινή της επίπληξης που του επιβλήθηκε.
Ωστόσο, το νομοθέτημα που ήθελε την έκπτωση ενός επικεφαλής από τα καθήκοντά του όταν επιβάλλεται μεγαλύτερη ποινή από αυτήν της επίπληξης και η άσκηση έφεσης από τον υπουργό Δικαιοσύνης σε βάρος της πρωτοβάθμιας απόφασης του πειθαρχικού οργάνου -με αποτέλεσμα να επιβληθεί βαρύτερη ποινή στο πρόσωπο του Ι. Ντογιάκου και να επέλθει η έκπτωση όπως ορίζει ο νέος νόμος- προκάλεσε σκεπτικισμό, προβληματισμό και έντονη δυσαρέσκεια.


ΣΟΦΙΑ ΦΑΣΟΥΛΑΚΗ


Εκπτωτος, όπως ορίζει ο νέος νόμος, ο Ισ. Ντογιάκος




ΕΘΝΟΣ
.
Εκπτωτος, όπως ορίζει ο νέος νόμος, ο Ισ. Ντογιάκος