Αστυνομική βία σε βάρος συνταξιούχων

Οι εικόνες επανέρχονται.

Οι συνταξιούχοι να προσπαθούν να φθάσουν μπροστά στο πρωθυπουργικό μέγαρο προκειμένου να
διαδηλώσουν την αγανάκτησή τους για τις εξοντωτικές πλέον περικοπές των συντάξεών τους. Και η αστυνομία να τοποθετεί κάθετα στο δρόμο τις μονίμως σταθμευμένες στην Ηρώδου Αττικού κλούβες για να τους σταματήσει. Και όταν οι συνταξιούχοι επιμένουν, να τους απωθεί με δακρυγόνα. Χωρίς σεβασμό.




 Ε. Συμεωνίδου - Καστανίδου



Ακολουθούν οι γνωστές αντιδράσεις. Λαύροι οι εκπρόσωποι των αντιπολιτευόμενων κομμάτων. Κάποτε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός αντιδρά. Αφήνει να γίνει γνωστή η απόλυτη δυσαρέσκειά του, ενημερώνοντας την κοινή γνώμη ότι «επικοινώνησε» με τον αρμόδιο υπουργό και του εξέφρασε την αντίθεσή του για τη χρήση των χημικών. Ο υπουργός αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη, αλλά δεν παραιτείται. Και εκεί σταματούν όλα. Ως την επόμενη φορά….

Ας σκεφτούμε όμως. Μήπως, πέραν του θεατρικού σκηνικού, υπάρχουν αξιόποινες πράξεις που θα επέβαλαν την παρέμβαση της Δικαιοσύνης; Και μήπως, αν πράγματι αυτό συνέβαινε, αν δηλαδή κάποιοι τιμωρούνταν ποινικά, θα μπορούσαμε να ελπίζουμε ότι θα μειώνονταν τέτοια – ή και σοβαρότερα - περιστατικά αστυνομικής βίας;

--------------------------------------

Ας ξεκινήσουμε με την απαγόρευση των διαδηλώσεων στην οδό Ηρώδου Αττικού. Το Σύνταγμα (άρθρο 11 παρ. 2) προβλέπει ότι μια υπαίθρια συνάθροιση μπορεί να απαγορευθεί σε ορισμένη περιοχή, με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, μόνο αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Μπορεί πράγματι κανείς να πιστεύει ότι αν οι συνταξιούχοι διαδήλωναν ειρηνικά μπροστά στο Μέγαρο Μαξίμου θα διαταρασσόταν σοβαρά η κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή;

Αν αυτό δεν ισχύει, τότε η απόφαση για αποκλεισμό του δρόμου είναι παράνομη – και μάλιστα αντισυνταγματική – και επομένως δε δεσμεύει κανένα πολίτη.

Στην περίπτωση αυτή, η βίαιη παρεμπόδιση του συναθροισμένου πλήθους να προχωρήσει στην οδό Ηρώδου Αττικού συνιστά παράνομη βία (άρθρο 330 ΠΚ) εναντίον κάθε πολίτη που συμμετέχει στη συνάθροιση, υπό την επιβαρυντική μάλιστα περίπτωση του άρθρου 262 ΠΚ, αφού η παρανομία προέρχεται από αστυνομικό όργανο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

--------------------------------------------
Ακόμα όμως κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια πλήρως αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομίας που με επάρκεια βεβαιώνει ότι θα υπήρχε προσβολή της κοινωνικοοικονομικής ζωής αν οι συνταξιούχοι έμπαιναν στην Ηρώδου Αττικού, το ερώτημα που εγείρεται είναι αν νομίμως μπορούν να χρησιμοποιούνται χημικά για τη διάλυση του συναθροισμένου πλήθους που αμφισβητεί την αστυνομική αυθεντία.
Το υφιστάμενο εγχώριο νομοθετικό πλαίσιο είναι αρκετά ασαφές. Το π.δ. 141/1991 προβλέπει βέβαια ότι κατ’ αρχήν μπορούν να διαλύονται από την αστυνομία όλες οι δημόσιες συναθροίσεις «από τη στιγμή που παύουν να είναι ήσυχες και χωρίς όπλα και εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων», ωστόσο για τον τρόπο της διάλυσης παραπέμπει σε δύο νομοθετήματα της χούντας, τα οποία έχουν αναγνωριστεί, ακόμα και από το ίδιο το Κοινοβούλιο, ως αντισυνταγματικά1.

Πέραν της εγχώριας νομοθεσίας όμως, το ζήτημα των δημόσιων συναθροίσεων ρυθμίζεται από πληθώρα διεθνών και ευρωπαϊκών κειμένων που έχουν κυρωθεί από τη χώρα μας και έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων2. Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης μάλιστα, με τη βοήθεια του Συνηγόρου του Πολίτη, στηριζόμενο στους κανόνες αυτούς, έχει προσδιορίσει με ακρίβεια στον «Πρακτικό Οδηγό Επαφής του Αστυνομικού με τον Πολίτη» τον τρόπο με τον οποίο οφείλουν να ενεργούν οι αστυνομικοί σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το έκανε βέβαια ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, τον Ιούλιο του 2004, με αναφορά στον «Ολυμπιακό επισκέπτη», ωστόσο δεν μπορεί παρά να οριοθετεί τη δράση της αστυνομίας γενικά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν αγώνες.

Στον Οδηγό σημειώνεται χαρακτηριστικά3:

«Το Σύνταγμα και τα διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα απαιτούν από την Ελληνική Αστυνομία να προστατεύει το δικαίωμα των πολιτών να συναθροίζονται ειρηνικά… Εάν η συνάθροιση έχει πολιτικό σκοπό ή σκοπό υποστήριξης μιας γνώμης ή σκοπό διαμαρτυρίας, απαιτείται από την αστυνομία να διευκολύνει αυτή την έκφραση γνώμης».
Αν το πλήθος συμμετέχει σε έκνομες ενέργειες, η αστυνομία έχει ασφαλώς την ευθύνη να τις αντιμετωπίσει, χρησιμοποιώντας ωστόσο μόνο τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με τον υπάρχοντα κίνδυνο μέσα.

Σε κάθε περίπτωση, όπως διευκρινίζεται:

«Χρήση βίας που μπορεί να προκαλέσει σωματικές βλάβες συγχωρείται μόνο σε περιπτώσεις όπως: αυτοάμυνα ή προστασία τρίτων, αποτροπή βίαιων κακουργημάτων, σύλληψη ένοπλων παραβατών, προστασία δημόσιων εγκαταστάσεων που περιέχουν επικίνδυνα αντικείμενα, αποτροπή ένοπλων προσπαθειών απελευθέρωσης κρατουμένων και αποτροπή αφαίρεσης όπλου από αστυνομικό».
Ασφαλώς πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών όταν παρακολουθεί τη διαμαρτυρία των συνταξιούχων. Και ωστόσο, η βία που ασκήθηκε επάνω τους για την κάμψη της αντίστασής τους μπορούσε να προκαλέσει σωματικές βλάβες, και μάλιστα όχι μόνο απλές αλλά και ιδιαίτερα σοβαρές, ανάλογα με την κατάσταση της υγείας τους. Εξαιτίας αυτής άλλωστε της επικινδυνότητας που εμπεριέχει κάθε χρήση χημικών, στον Πρακτικό Οδηγό ορίζεται με απόλυτη σαφήνεια ότι:

«Η χρήση δακρυγόνων αερίων θα πρέπει να παραμείνει το ύστατο μέσο πριν από τη χρήση όπλων, στο πλαίσιο των αρχών της αναγκαιότητας, προσφορότητας και αναλογικότητας».
Αν οι αρχές αυτές παραβιάστηκαν, όπως φάνηκε να αναγνωρίζουν τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο αρμόδιος υπουργός, τότε η αντίδραση της αστυνομίας έχει υπερβεί τα νόμιμα όρια και εκείνος που έδωσε την εντολή χρήσης των δακρυγόνων έχει τελέσει μια κοινή εγκληματική πράξη παράνομης βίας, η οποία μάλιστα θα μπορούσε να διωχθεί άμεσα στο πλαίσιο του αυτοφώρου.

Όσο αυτό δε συμβαίνει, τόσο εδραιώνεται στην πολιτική και φυσική ηγεσία της αστυνομίας η εντύπωση ότι μπορεί κατά βούληση να ρυθμίζει την αστυνομική δράση και να αγνοεί ότι υπάρχουν κανόνες δεσμευτικοί, αυξημένης τυπικής ισχύος, που οφείλει απλώς να τηρεί σε κάθε περίπτωση.

1 Βλ. Εισηγητική Έκθεση ν. 3169/2003
2 Άρθρα 20 Οικουμενικής Διακήρυξης ΟΗΕ, 21 ΔΣΑΠΔ, 12 ΕΣΔΑ
3 Βλ. Πρακτικό Οδηγό Επαφής του Αστυνομικού με τον Πολίτη κατά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων, σ. 26 επ.

* Η κ. Ε. Συμεωνίδου - Καστανίδου είναι καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου στο ΑΠΘ
tvxs.gr
.