Στροφή στα... ψάρια του λαού λόγω κρίσης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΙΔΟΚΩΣΤΑΣ: ΙΧΘΥΟΠΩΛΗΣ «Πουλάω καθημερινά 40 κιλά με το ζόρι και λέω "πάλι καλά". Ο κόσμος αγοράζει κυρίως σαρδέλα, μαρίδα και γαύρο. Είναι πιο οικονομικά. Ετσι όμως τα έξοδα δεν βγαίνουν. Δεν χρωστάω πουθενά, αλλά δυσκολεύομαι. Δεν υπάρχει σάλιο εκεί έξω»
Στα χρόνια της κρίσης οι Ελληνες συνεχίζουν να καταναλώνουν τις ίδιες ποσότητες ψαριών με την προηγούμενη περίοδο, ωστόσο έχουν διαφοροποιήσει τα είδη αλιευμάτων που
επιλέγουν να βάλουν στο τραπέζι τους.


Οπως προκύπτει από συγκριτική μελέτη του ερευνητή του Εθνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), Αργύρη Καπανταγάκη, στα πρώτα πέντε χρόνια της οικονομικής κρίσης (2009-2014) οι καταναλωτές σχεδόν διπλασίασαν την κατανάλωση ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας, ενώ κράτησαν σταθερή στα ίδια επίπεδα την κατανάλωση σαρδέλας, γαύρου και άλλων μικρών πελαγικών ψαριών. Αντίθετα παρουσιάζει κάθετη πτώση η κατανάλωση των μεγάλων και ακριβών ψαριών, όπως τα μεγάλα πελαγικά (τόνος, ξιφίας) και τα κοκκινόψαρα (μπαρμπούνι, κουτσομούρα).
Η διαφοροποίηση αυτή αποδεικνύεται ευεργετική, όχι μόνο για το πορτοφόλι του Ελληνα καταναλωτή αλλά και για την υγεία του λόγω της γνωστής υψηλής διατροφικής αξίας των μικρών πελαγικών, ενώ έχει θετική επίπτωση και στη διατήρηση των ιχθυαποθεμάτων, καθώς τα είδη αυτά υπάρχουν σε αφθονία στις ελληνικές θάλασσες και δεν υπεραλιεύονται.

Τα στοιχεία
Ο κ. Καπανταγάκης και η συνεργάτιδά του, Ελευθερία Παληκαρά, συνέλεξαν τα συγκεντρωτικά στατιστικά δελτία αλιευμάτων που συντάσσονται κάθε έτος για όλες τις ιχθυόσκαλες από τον Οργανισμό Κεντρικής Αγοράς Αθηνών και επέλεξε τις πέντε μεγαλύτερες (Κερατσινίου, Μηχανιώνας, Καβάλας, Χαλκίδας και Πάτρας) από τις έντεκα ιχθυόσκαλες της χώρας, από όπου διακινείται το 94% του συνολικού αλιεύματος.
Χώρισαν τα αλιεύματα σε οκτώ βασικές κατηγορίες (μικρά και μεγάλα πελαγικά, βενθικά, κεφαλόποδα, αρθρόποδα, δίθυρα, εσωτερικών υδάτων και ιχθυοκαλλιέργειας) και συνέκριναν τις ποσότητες που διακινήθηκαν το 2009 (τελευταίο έτος προτού ξεσπάσει η κρίση) και το 2014 (όταν η οικονομία βρισκόταν στην «καρδιά» της κρίσης). Οπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων της έρευνας που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο των εργασιών του 16ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ιχθυολόγων στην Καβάλα, η συνολική ποσότητα των αλιευμάτων που διακινήθηκαν παρέμεινε αμετάβλητη στους 48.000 τόνους (48.254.636 το 2014 έναντι 48.281.302 το 2009), ωστόσο έχουν συντελεστεί σημαντικές μεταβολές στα είδη ψαριών που διατέθηκαν στην αγορά.
Η κατανάλωση των μεγάλων πελαγικών ψαριών, όπως ο τόνος και ο ξιφίας, έπεσε κάτω από το μισό (στους 354 τόνους το 2014 έναντι 780 τόνων το 2009). Στο ίδιο διάστημα μειώθηκε σχεδόν κατά 1/3 η διακίνηση και κατανάλωση των βενθικών ψαριών (κουτσομούρα, μπαρμπούνι, λυθρίνι, φαγκρί, πελαγίσια τσιπούρα κ.ά.), καθώς διακινήθηκαν 9.761 τόνοι το 2014 έναντι 12.400 τόνων το 2009.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΖΗΡΑ: ΟΙΚΙΑΚΑ

«Το υψηλό κόστος αγοράς του ψαριού δεν μου επιτρέπει να το αγοράζω τόσο συχνά. Το περιόρισα μία φορά την εβδομάδα και προτιμώ τη σαρδέλα, αλλά θα φροντίσω να είναι καλής ποιότητας. Προτιμώ να μειώσω την κατανάλωση παρά να είναι κακή η ποιότητά του»
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΖΗΡΑ: ΟΙΚΙΑΚΑ  «Το υψηλό κόστος αγοράς του ψαριού δεν μου επιτρέπει να το αγοράζω τόσο συχνά. Το περιόρισα μία φορά την εβδομάδα και προτιμώ τη σαρδέλα, αλλά θα φροντίσω να είναι καλής ποιότ

Αντίθετα παρέμεινε στα ίδια επίπεδα, με μια μικρή μόνο πτώση της τάξης του 2,6%, η κατανάλωση των μικρών πελαγικών, όπως η σαρδέλα, ο γαύρος, τα σαφρίδια κ.ά. (22.021 τόνοι έναντι 22.589 τόνων το 2009). Τα μικρά παραμένουν σταθερή επιλογή στο ελληνικό τραπέζι, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το μισό της συνολικής κατανάλωσης όλων των ειδών ψαριών.
«Μιλάμε για μια εξέλιξη που, αν μη τι άλλο, ευνοεί την υγεία του καταναλωτή, καθώς είναι γνωστό πως η διατροφική αξία της "ταπεινής" σαρδέλας είναι ασύγκριτα υψηλότερη από πολύ ακριβότερα ψάρια, όπως το μπαρμπούνι και η κουτσομούρα, λόγω του λιπαρού οξέος ω3 που περιέχει», επισημαίνει στο «Εθνος» ο κ. Καπανταγάκης, προσθέτοντας ότι το γεγονός έχει ευεργετική επίδραση και στο θαλάσσιο οικοσύστημα. «Είναι πολύ θετικό ότι η κατανάλωση στρέφεται σε ένα προϊόν, όπως τα μικρά ψάρια, που υπάρχει σε αφθονία στις ελληνικές θάλασσες και δύσκολα υπεραλιεύεται. Στο Βόρειο Αιγαίο τα βρίσκουμε πλέον σε ποσότητες που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ», τονίζει ο ερευνητής.
Μία από τις εντυπωσιακότερες μεταβολές στα πέντε χρόνια της κρίσης που βάζει στο μικροσκόπιο η μελέτη είναι η «εκτόξευση» της διακίνησης και κατανάλωσης ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας (τσιπούρες και λαβράκια), που σχεδόν υπερδιπλασιάστηκε, φτάνοντας το 2014 στους 9.966 τόνους έναντι 5.737 τόνων πέντε χρόνια νωρίτερα.
Ο κ. Καπανταγάκης σημειώνει ότι η έκταση του φαινομένου είναι σε μεγάλο βαθμό συγκυριακή και αποδίδεται κυρίως στην κάθετη πτώση που παρουσίασαν οι τιμές των ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας το 2014. Σήμερα οι τιμές έχουν επανέλθει στην «κανονικότητα» και η κατανάλωση ακολουθεί την ίδια πορεία.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΠΑΣΜΑΤΖΗΣ: ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ

«Δεν μπορούμε να διαθέσουμε 10-15 ευρώ για να αγοράσουμε μεγάλα ψάρια. Αγοράζω σαρδέλα, φρίσσα ή μαρίδα. Τα λέμε "ψάρια του λαού". Ομως στον γαύρο έχω αδυναμία. Τον θέλω φρέσκο, ακόμα και αν πρέπει να δώσω 5 ευρώ»
 ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΠΑΣΜΑΤΖΗΣ: ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ   «Δεν μπορούμε να διαθέσουμε 10-15 ευρώ για να αγοράσουμε μεγάλα ψάρια. Αγοράζω σαρδέλα, φρίσσα ή μαρίδα. Τα λέμε  ψάρια του λαού . Ομως στον γαύρο έχω αδυναμία. Τον

Οι ποσότητες
Συνολικά οι ποσότητες αλιευμάτων που διακινήθηκαν από τις πέντε ιχθυόσκαλες το 2014 προέρχονταν κατά 77% από την αλιεία άγριων ειδών και κατά 23% από καλλιεργούμενα είδη. Η σχέση αυτή το 2009 ήταν 86% και 14% αντίστοιχα, γεγονός που καταδεικνύει την κλιμακούμενη διείσδυση των ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας στην εγχώρια κατανάλωση.
«Σε περιόδους κρίσης οι πολίτες μειώνουν την κατανάλωση και στρέφονται σε προϊόντα χαμηλότερου κόστους. Εδώ παρατηρούμε ότι δεν έχει μειωθεί η κατανάλωση συνολικά, αλλά έχει διαφοροποιηθεί ως προς τα είδη που καταναλώνονται λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτή», αναφέρει συμπερασματικά ο ερευνητής.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΓΝΑΤΙΑΔΗΣ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΥΡΙΤΣΗ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΘΑΛΕΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΘΝΟΣ
.