Διαφορετικό καθεστώς για την Αναγνώριση της Μάχιμης 5ετίας

Διαφορετικό καθεστώς για την Αναγνώριση της Μάχιμης 5ετίας προτείνει ο πρόεδρος τών Στρατιωτικών Θεσσαλίας: Καθημερινά γίνομαι αποδέκτης παραπόνων πολλών μελών της Ένωσης, σε ότι αφορά στο θέμα της αναγνώρισης του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που υπολογίζεται στο διπλάσιο για τον κανονισμό της σύνταξης, εφόσον διανύθηκε σε Μονάδα της Ζώνης Εκστρατείας, η επονομαζόμενη και μάχιμη 5ετία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του Π.Δ 169/2007, που αντικατέστησαν αντίστοιχες παλαιότερες ρυθμίσεις του θεσμικού πλαισίου (άρθρο 1 του Ν.Δ. 414/74, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1204/81).


Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του άρθρου 40 του Π.Δ 169/2007 που υπολογίζεται στο διπλάσιο, θεσπίστηκε μετά τη μεταπολίτευση το έτος 1974  (Ν.Δ. 414/74), λίγο μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο (ήτοι εν μέσω Καταστάσεως Γενικής Επιστράτευσης) για τους υπηρετούντες σε Μονάδες Εκστρατείας της Ζώνης Μάχης, όπως αυτή οριοθετείται με το ίδιο άρθρο και συνεχίζει να παρέχεται και πέραν του 2002, ουσιαστικά και ως ευεργέτημα - αντιστάθμισμα της μη ένταξης των στρατιωτικών (ένοπλη υπηρεσία), στα θεωρούμενα ως «βαρέα και ανθυγιεινά» επαγγέλματα, στη κατά συρροή υπερωριακή απασχόληση των στρατιωτικών λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών του λειτουργήματος (ασκήσεις, επιφυλακές, ένοπλες υπηρεσίες κλπ), στην απασχόληση αυτών κατά τη διάρκεια αργιών και σε νυκτερινές ώρες εργασίας, χωρίς καμία απολύτως ουσιαστική αποζημίωση κ.α.

Ως γνωστόν για τους ασφαλισμένους μέχρι την 30 Σεπ 1990, ο πάσης φύσεως (πραγματικός ή πλασματικός) χρόνος υπηρεσίας που προσμετρείται για τον κανονισμό της σύνταξης, αναγνωρίζεται χωρίς καταβολή επιπλέον ασφαλιστικών εισφορών. Για τους ασφαλισμένους από 01 Οκτ 1990, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.1902/1990, επιβλήθηκε κράτηση 6,67% για την εξαγορά πρόσθετου ασφαλιστικού χρόνου, η αναγνώριση του οποίου γίνεται πλέον με βάση τις συνδυαστικές διατάξεις των Ν.1902/1990 και Ν.4387/2016.

Ως γνωστόν στο φάκελο μισθοδοσίας αναγράφεται επακριβώς για το κάθε στέλεχος των Ε.Δ το ύψος της παρακράτησης υπέρ του Ν.2084/1992. Αντιθέτως για τα Σ.Α η αναγνώριση υπολογίζεται ως εξής: 5 έτη Χ 52 εβδομάδες / έτος  Χ  46 € (αποζ. εργασίας πέραν του πενθημέρου) = 11.960 €. Η εισφορά αναγνώρισης είναι 20% (ασφαλιστικές εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη) επί του ανωτέρω ποσού (11.960 €) και καταβάλλονται εξ ολοκλήρου από τον ενδιαφερόμενο ασφαλισμένο, ο υπολογισμός σήμερα προκύπτει: 11.960 € Χ 20 % = 2.392 € είναι το συνολικό ποσό καταβολής για την αναγνώριση της μάχιμης πενταετίας. Σύμφωνα και πάλι με τις κείμενες διατάξεις, το ποσό επιμερίζεται σε δόσεις τόσες όσοι είναι και οι μήνες της αναγνώρισης. Δηλαδή, 2.392 € : 60 μήνες (μάχιμη 5ετία) = 39,87 € το ποσό της μηνιαίας καταβολή του ασφαλισμένου για την αναγνώριση, ενώ για τους στρατιωτικούς κυμαίνεται από 100 έως 150 € για κάθε μήνα. Μετά την  ψήφιση του νέου ασφαλιστικού νόμου Ν.4387/2016, φαίνεται πως δεν επήλθε καμία ουσιαστική μεταβολή στον υπολογισμό των 5 ετών που λογίζονται εις το διπλάσιο (μάχιμη πενταετία) καθώς δεν επηρεάζεται, ούτε με τις ανωτέρω διατάξεις, αλλά ούτε και καταργούνται οι προγενέστερες που ρυθμίζουν το θέμα. Ήδη ο υπολογισμός, μόνο για τους υπηρετούντες στα Σ.Α, πραγματοποιείται επί του 20 % και αφορά στην αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση.

Απορεί εύλογα κανείς, γιατί όλοι αυτοί που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην πατρίδα, φυλώντας με όρκο αίματος σύγχρονες «Θερμοπύλες», καλούνται να καταβάλλουν τις αναλογούσες εισφορές σε ύψος σχεδόν τριπλάσιο έναντι όλων των υπολοίπων ενστόλων συναδέλφων που ανήκουν στα Σ.Α;
Ποιοι οι λόγοι διαφοροποίησης στον τρόπο υπολογισμού της παρακράτησης μεταξύ των Σωμάτων Ασφαλείας (ΕΛ.ΑΣ – Π.Σ) και των Ε.Δ, ενώ όλες οι παραπάνω κατηγορίες υπάγονται σε ενιαίο ειδικό μισθολογικό καθεστώς;;;;

Η απάντηση γνωστή σε όλους μας. Τα παραπάνω ζητήματα, όπως και πόσα άλλα, προφανώς «διέλαθαν και αυτά της προσοχής του νομοθέτη».

Κάποιος, που θέλει να πιστεύει ότι σκέπτεται με λογική, σύνεση και αντικειμενικότητα, αναρωτιέται για το αν υπάρχει θεσμική συνέχεια του κράτους και υπάρχει επιτέλους ένα κράτος δικαίου. Δυστυχώς είναι κοινή η πεποίθηση σε μεγάλη μερίδα συναδέλφων, σε ότι αφορά στη νομοθετική λειτουργία, ότι η θέσπιση νόμων γίνεται αποσπασματικά και υπό την πίεση των εξελίξεων, χωρίς κοινωνικό διάλογο και φυσικά χωρίς να λαμβάνονται υπόψη όλες οι παράμετροι που διέπουν ένα θέμα.

Αυτό όμως που θλίβει πραγματικά τον συνάδελφο στρατιωτικό είναι η μετέπειτα αναλγησία των εκάστοτε κυβερνόντων. Εάν όντως κάπου έχει γίνει ένα σφάλμα, εάν πράγματι έχει συντελεσθεί ομολογουμένως μια αδικία, γιατί δεν έχει το σθένος και την ειλικρίνεια η  εκτελεστική εξουσία να εισηγηθεί και να επιτύχει την αποκατάσταση της ισότητας και της δικαιοσύνης, αίροντας εσφαλμένες και άδικες νομοθετικές πράξεις;  Πρόκειται για ανικανότητα, αδιαφορία, άγνοια αντικειμένου, ευθυνοφοβία ή όλα αυτά μαζί;;; 

Εύλογα και ρητορικά τα ερωτήματα, αλλά σαράντα (40) χρόνια και πλέον μετά τη μεταπολίτευση, οι Έλληνες στρατιωτικοί από καλόβολα «πιόνια» των πολιτικών, έχουν την απαίτηση να μην είναι πια ο φτωχός συγγενής της ελληνικής κοινωνίας, με τα «αστέρια», τα «γαλόνια», τα παράσημα και το μικρό περιεχόμενο («απαστράπτουσα πενία», σύμφωνα με ρήσεις παλαιοτέρων συναδέλφων), να μην είναι ο αδικημένος εργαζόμενος, ο άοκνος εργάτης που είναι χρήσιμος μόνο στις φωτιές και στις πλημμύρες, για την αποκομιδή των απορριμμάτων, για τις αεροδιακομιδές και την παροχή πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης σε ασθενείς, για τη φιλοξενία των μεταναστευτικών ροών και όπου αλλού η πολιτεία αδυνατεί να παρέμβει, λόγω ανεπάρκειας των κρατικών δομών και ανικανότητας των εκάστοτε διοικούντων κρατικών υπαλλήλων, που σημειωτέον αμείβονται παχυλά.

Κατόπιν τούτου, προτείνεται η ενσωμάτωση στο ισχύον νομικό πλαίσιο (Ν.3865/2010), τροποποιητικής προσθήκης της παρ.3 του άρθρου 22, όπως παρακάτω:

 «….. ο χρόνος υπηρεσίας των πέντε (5) ετών που λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ 169/2007), αναγνωρίζεται ως συντάξιμος με καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη, από τους ενδιαφερόμενους. Οι εισφορές αυτές υπολογίζονται επί της εκάστοτε αποζημιώσεις που λαμβάνουν για εργασία πέραν του πενθημέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ΣΤ’ του άρθρου 55 ν. 1249/1982 (ΦΕΚ43 Α’) και παρακρατούνται κατά τον χρόνο καταβολής της αποζημίωσης, κατ’ ανώτατο όριο για μία πενταετία.», διευκρινίζεται για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, Σωμάτων  Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος για την αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας πέντε (5) ετών που να λογίζεται αυξημένος εις το διπλάσιο, πως οι εισφορές αυτές υπολογίζονται επί της εκάστοτε αποζημίωσης που λαμβάνουν εργασία πέραν του πενθημέρου και αφορούν την καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη. Με βάση λοιπόν την ανωτέρω διάταξη, ο υπολογισμός των εισφορών  για την αναγνώριση της μάχιμης 5ετίας αφορά την αποζημίωση πενθημέρου για την υπερωριακή απασχόληση για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, Σωμάτων  Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος».

Η υπηρέτηση στις τάξεις των Ε.Δ δεν αποτελεί επάγγελμα, που ασκείται για βιοποριστικούς και μόνον λόγους, τουλάχιστον με τη στενή έννοια των όρων. Αυτή η θεώρηση προσβάλλει την ηθική και αξιακή υπόσταση των συναδέλφων στρατιωτικών. Η ιδιότητα του στρατιωτικού είναι λειτούργημα (προνόμιο τιμητικό για όσους τη φέρουν) αποτελεί βαθιά ευθύνη έναντι της Πολιτείας, καθόσον ο στρατιωτικός εξ’ αντικειμένου οφείλει να προασπίζει την εθνική ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα, να ενεργεί «υπέρ βωμών και εστιών» διαφυλάσσοντας τα ιερά και όσια της Πατρίδος, τιμώντας την ιστορία του Ελληνισμού και διασφαλίζοντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, το μέλλον αυτού.

Άλλωστε, από τα άρθρα 45, 23 §2 και 29 §3 του Συντάγματος, αποφαίνεται η αντιμετώπιση των στρατιωτικών ως αρχή, η οποία εγγυάται την αποτελεσματική εκπλήρωση της κρατικής αποστολής και όποια επιβαλλόμενη εκ των συνθηκών διακριτή ασφαλιστική αντιμετώπισή τους, γίνεται «ως αντιστάθμισμα για τις ιδιαίτερες συνθήκες εκτέλεσης του καθήκοντός τους».

Οι στρατιωτικοί λοιπόν, μπορούν και πρέπει να ζουν ισότιμα μέσα στην ελληνική κοινωνία και μπορούν να προσφέρουν στο χτίσιμο μιας νέας και έντιμης Ελλάδας, γυρίζοντας το κεφάλι με αποστροφή στο φαυλοκρατικό κατεστημένο, που συνεχίζει να αδιαφορεί προκλητικά για τα ασφαλιστικά προβλήματα του κλάδου.

Εν κατακλείδι δεν επαιτούμε διακριτική μεταχείριση, αλλά απαιτούμε ως εργαζόμενοι τον σεβασμό, την έμπρακτη αναγνώριση του έργου και της προσφοράς μας στην κοινωνία.


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΥΚΟΥΡΑΒΑΣ


ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ε.Σ.ΠΕ. ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ