Η καταδίωξη του Μπορν στην Αθήνα με μηχανή της ομάδας ΔΙΑΣ

Ο Ματ Ντέιμον αρπάζει μια μοτοσικλέτα της ομάδας ΔΙΑΣ σε ντελιριακή καταδίωξη στο κέντρο της Αθήνας, στην πρώτη σκηνή δράσης της περιπέτειας «Jason Bourne»
Οι ταινίες: «Jason Bourne», «Ο δρόμος για το Λα Παζ», «Ψάχνοντας την Ντόρι», «Sing Street», «Παράφορα».
Η
τέταρτη κινηματογραφική περιπέτεια του αντισυστημικού, πρώην κυβερνητικού εκτελεστή που γυρίστηκε σε Τενερίφη και Λονδίνο και μια βραβευμένη λατινοαμερικανική ταινία δρόμου θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον των θεατών αυτή την εβδομάδα


«Καθάρματα» γραμμένο με μαύρο σπρέι στον τοίχο, στο κέντρο της Αθήνας, στο Σύνταγμα, εκεί όπου οι αγανακτισμένοι διαδηλώνουν, οι κουκουλοφόροι πετάνε μολότοφ, τα ΜΑΤ κραδαίνουν τα κλομπ και, ανάμεσά τους, σιωπηλός κι αποφασιστικός περνά ο… Τζέισον Μπορν. Γιατί η νέα περιπέτεια του εκτός συστήματος, εκτός μνήμης, πράκτορα ξεκινά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και μεταφέρεται στην ταραγμένη Αθήνα, σε πλάνα που, τι κρίμα, για άλλη μια φορά δεν γυρίστηκαν εδώ αλλά στην Ισπανία, καθώς το ελληνικό κράτος δηλώνει επανειλημμένα ότι θα προσφέρει στις ξένες παραγωγές φορολογικά κίνητρα για να κάνουν γυρίσματα στην Ελλάδα, αλλά ουδέποτε το έχει πραγματοποιήσει.

Ο Τζέισον Μπορν επιστρέφει στην οθόνη εννέα χρόνια μετά την τελευταία μας συνάντηση, αν παραβλέψει κανείς την παρένθεση του 2012, το «The Bourne Legacy» με τον Τζέρεμι Ρένερ. Ο Πολ Γκρίνγκρας σκηνοθετεί και πάλι, παραδίνοντας το ύφος που έκανε τις προηγούμενες ταινίες να ξεχωρίσουν, της σκληρής, ασταμάτητης δράσης και του βρόμικου ρεαλισμού.

Η ταινία βρίσκει τον Μπορν μεγαλωμένο (και τα μαλλιά του Ματ Ντέιμον ψαρά), στα τελευταία όρια των αντοχών του, αλλά λίγα ερεθίσματα πυροδοτούν μια ακόμη μάχη του ενάντια στο σύστημα, μια ακόμη αναζήτηση της αλήθειας για τον πατέρα του.

Η παλιά συνεργάτις του, Νίκι Πάρσονς (με τη γνώριμη μορφή της Τζούλια Στάιλς), θα του δώσει ένα καυτό αρχείο που αποκαλύπτει κρατικά μυστικά, ενώ στο αρχηγείο της CIA, η νεαρή και φιλόδοξη αναλύτρια Χέδερ Λι (η Αλίσια Βικάντερ σε ταιριαστό ρόλο), χρησιμοποιεί τη διεισδυτική τεχνολογία για να εντοπίσει τον Μπορν και ο διευθυντής Ρόμπερτ Ντιούι (του Τόμι Λι Τζόουνς) κάνει πλάτες σ’ έναν νέο και παντοδύναμο επιχειρηματία του διαδικτύου, περιμένοντας, ως αντάλλαγμα, πρόσβαση στα ιδιωτικά αρχεία… ολόκληρου του κόσμου.

Για το καλό του franchise, ο Πολ Γκρίνγκρας δεν προδίδει το στίγμα που έχει ο ίδιος δώσει στην κινηματογραφική σειρά με τα «Bourne Supremacy» και «Ultimatum»: αυτό είναι ένα κατασκοπικό θρίλερ σκοτεινό και σκληρό, η αίσθηση της καταστροφής που το σκεπάζει αναφέρεται όχι σε κάποια «ανθρωπότητα» αλλά στους ίδιους τους αντιήρωες της ταινίας, ενώ η δράση είναι διαρκής και «κυβιστική»:

όλες οι πλευρές της παρουσιάζονται ταυτόχρονα και στη λεπτομέρειά τους, κάνοντας τον ρυθμό της ταινίας εφιαλτικό με τον καλύτερο τρόπο, πείθοντας τον θεατή ότι σε κάθε πολυσύχναστο μητροπολιτικό δρόμο μπορεί να εκτυλίσσεται ένα παγκόσμιου βεληνεκούς έγκλημα. Τουλάχιστον ώς το φινάλε που ένα θεαματικό αυτοκινητοκυνηγητό στο Λας Βέγκας παραπέμπει περισσότερο σε «Fast & Furious», χωρίς αντίστοιχο στοιχείο εντυπωσιασμού.

Κι αν ο Βενσάν Κασέλ, υποδυόμενος τον επίδοξο δολοφόνο του Μπορν, χάνει πόντους σ’ ένα ρόλο χωρίς περιεχόμενο και με το χτένισμα του Ταμτάκου, ο Ματ Ντέιμον αποδεικνύει ότι, μεγαλώνοντας, άλλο τόσο μεγαλώνει και το εκτόπισμά του στην οθόνη.


ΕΘΝΟΣ, efsyn.gr
.